Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Ο Μινώταυρος της αξιολόγησης καταβροχθίζει τον εκπαιδευτικό και το σχολείο





Ενα βερμπαλιστικό κείμενο, που κάνει αγωνιώδεις προσπάθειες να κρύψει το αντιδραστικό και αντεργατικό περιεχόμενο, αλλά και το αποτέλεσμα, της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, του εκπαιδευτικού έργου και συνεπώς και των σχολικών μονάδων όσον αφορά στην κατάταξη και κατηγοριοποίησή τους, είναι το πόρισμα της επιτροπής των «σοφών», που παραδόθηκε στον υπουργό Παιδείας για να διαμορφωθεί οσονούπω –στα τέλη του Νοέμβρη– σε ΠΔ.


Οι «σοφοί» (τρομάρα τους), που ανέλαβαν να «ντύσουν» επιστημονικά την καρατόμηση των εκπαιδευτικών, τη χειραγώγηση και υποταγή τους, την χωρίς παρεκκλίσεις προσήλωσή τους στην εκάστοτε εκπαιδευτική πολιτική στο πλαίσιο του καπιταλισμού, που στις μέρες μας αποθεώνει το σχολείο της αγοράς και στήνει στον τοίχο τα ίχνη της λεγόμενης «ανθρωπιστικής» παιδείας,
δεν θα μπορούσαν να μιλούν ανοιχτά για πειθάρχηση, απολύσεις, κατατάξεις και κατηγοριοποιήσεις και άλλα τέτοια «άγρια» πράγματα. Μιλούν διά της τεθλασμένης για να μας αποκαλύψουν ότι «στη σημερινή συγκυρία (σ.σ. δηλαδή στην εποχή της επιβολής της σιδερένιας μπότας του Μνημονίου), το ενδιαφέρον για την αξιολόγηση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου και του έργου των εκπαιδευτικών, καθώς και η προοπτική θεσμοθέτησης ενός συστήματος αξιολόγησης στην Εκπαίδευση συνδέονται με τη συνολικότερη προσπάθεια αναμόρφωσης των λειτουργιών του Ελληνικού κράτους, την οποία καταβάλλει ο ελληνικός λαός, προκειμένου να επιτευχθεί, σε ασφυκτικά χρονικά περιθώρια και με ό,τι αυτό συνεπάγεται στο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο, η δημοσιονομική προσαρμογή και ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας» (τι άλλη ομολογία του τιμωρητικού χαρακτήρα της αξιολόγησης μας χρειάζεται;).


Η επιτροπή, αναφερόμενη στην «ισχυρή κριτική την οποία υπέστη ο θεσμός (του Επιθεωρητή), κυρίως από τους εκπαιδευτικούς και τις Ομοσπονδίες τους» ως τον «κυριότερο λόγο αντικατάστασής του», εκφράζει το μίσος που διακατέχει όλον τον αστισμό για το κίνημα, που στο πλαίσιο του διεκδικητικού κλίματος της μεταπολίτευσης επέβαλε την κατάργηση του παλιού μοντέλου του επιθεωρητισμού, ενώ στη συνέχεια ακύρωσε κάθε απόπειρα επιβολής της αξιολόγησης. Οι «σοφοί» θρηνούν για τις χαμένες ευκαιρίες, όταν λένε ότι «αξιοπρόσεκτες νομοθετικές ρυθμίσεις ακολούθησαν», που φευ «παραμένουν ανενεργές και στα ‘’χαρτιά’’».


Κάθε αφελής προσγειώνεται ανώμαλα, όταν διαβάζει στο πόρισμα ότι «η πρόταση στηρίζεται στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και την κείμενη εκπαιδευτική νομοθεσία» (αρχής γενομένης από το νόμο 1566/85 που προβλέπει τη μετάταξη ή απόλυση του εκπαιδευτικού σε περίπτωση που δεν κριθεί κατάλληλος, τους περιβόητους νόμους Αρσένη, τους νόμους 2986/2002 και 3848/ 2012, το καθηκοντολόγιο, στο οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία, τον φασιστικής έμπνευσης Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα, το ασφυκτικό πλαίσιο του ιδιωτικοποιημένου «νέου σχολείου» της αγοράς, της Διαμαντοπούλου, το νέο ενιαίο μισθολόγιο-φτωχολόγιο, που συνδέει το βαθμό με το μισθό και καθιερώνει ποσοστώσεις για τη βαθμολογική εξέλιξη με μοχλό την αξιολόγηση, αλλά και τη δέσμευση με τον φετφά του Μνημονίου για απολύσεις τουλάχιστον 150.000 δημόσιων υπάλληλων ως το 2015).


Το πόρισμα αναφέρει επίσης ότι χρησιμοποιεί «τη διεθνή εμπειρία σχετικά με την εφαρμογή συστημάτων αξιολόγησης». Κοντολογίς, καθοδηγείται από τα κριτήρια «αποτελεσματικότητας» και «ανταγωνιστικότητας», που επέβαλε το κεφάλαιο και στην Παιδεία, αντιμετωπίζοντάς την ως εμπόρευμα και «υπηρεσία» που πουλιέται και αγοράζεται και όχι ως καθολικό δικαίωμα.


Ολα τούτα επιχειρούνται να σκεπαστούν με τις χιλιοειπωμένες απ’ όλα τα στόματα των δημίων της δημόσιας δωρεάν Παιδείας ψευτιές, ότι η αξιολόγηση «δεν μπορεί να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά, αντίθετα, πρέπει να συνδέεται με πρακτικούς και επιστημονικούς τρόπους συνεχούς βελτίωσής τους, ιδιαίτερα διαμέσου της συνεχούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών».


Ασφαλώς, η «επιμόρφωση» είναι η διαδικασία συμμόρφωσης του εκπαιδευτικού προς τις κυρίαρχες επιλογές και πολιτικές και προηγείται της επόμενης φάσης, που είναι η μετάταξη ή η απόλυση.


Συνεχείς είναι και οι αναφορές και στην άλλη επικοινωνιακή πομφόλυγα, τη βελτίωση «της ποιότητας» της εκπαίδευσης και του παρεχόμενου έργου. Για ποια «ποιότητα» μιλούν όλοι τούτοι οι αχρείοι; Ποιος είναι υπεύθυνος για τους σχεδόν μηδενικούς διορισμούς εκπαιδευτικών, την εξαχρείωσή τους με τους μισθούς πείνας και την αγωνία της επιβίωσης να κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια τους, τον οικονομικό στραγγαλισμό των σχολείων, τον αφανισμό από το σχολικό χάρτη χιλιάδων σχολικών μονάδων με την επινόηση των συγχωνεύσεων-καταργήσεων, το στοίβαγμα των μαθητών σε πολυπληθή τμήματα, την εξαφάνιση κάθε μορφής υποστηρικτικών της μάθησης δομών, τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία, τις μεθόδους διδασκαλίας, την έμφαση στην παπαγαλία και τον τουφεκισμό της καλλιέργειας της κριτικής σκέψης, τους αμέτρητους ταξικούς φραγμούς με τη μορφή των εξετάσεων, της βαθμολογίας, κ.λπ., που καλλιεργούν τον άγριο ανταγωνισμό και ατομισμό και όχι τη συλλογικότητα και τη φιλομάθεια; Ποιος, τέλος, είναι υπεύθυνος για τον ταξικό διαχωρισμό της κοινωνίας, που φορτώνει τα φτωχά λαϊκά στρώματα με την οικονομική εξαθλίωση, τη μορφωτική, πολιτιστική παρακμή, που ορθώνονται σα γιγάντιο τείχος μπροστά στη νεολαία της εργατικής τάξης, υψώνοντας, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ανυπέρβλητα εμπόδια στην εξέλιξή της στο πλαίσιο της μαθησιακής διαδικασίας, ενώ τροφοδοτούν τη σχολική διαρροή; Ασφαλώς, ο καπιταλισμός και αυτοί που ασκούν την εξουσία χάριν των συμφερόντων του. Και όχι ο εκπαιδευτικός, που γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος, πάνω στον οποίο φορτώνονται, στο διά ταύτα, όλες οι αμαρτίες, γιατί έτσι το σύστημα απαλλάσσεται των ευθυνών και «βγαίνει λάδι».


Μπαίνοντας στο «ζουμί» της αξιολόγησης, το πόρισμα των «σοφών», αναπαράγει, χωρίς μεγάλες διαφορές –τούτη τη φορά όμως με πολύ μπλα-μπλα και σάλτσα– την ιδέα της ιεραρχικής αξιολογικής πυραμίδας, που περιγράφεται στους προηγούμενους ήδη ψηφισμένους νόμους και καταλήγει επί της κεφαλής του εκπαιδευτικού.


Ζητά από τον εκπαιδευτικό να συνάψει με την Πολιτεία ένα «εκπαιδευτικό συμβόλαιο» (να παραδοθεί, δηλαδή, άνευ όρων), εγγυητής του οποίου θα είναι η συνεχής αξιολόγησή του και να αποκτήσει «κουλτούρα αξιολόγησης».


Το μοντέλο που προτείνεται είναι «ένα συνδυαστικό σύστημα αξιολόγησης, που περιλαμβάνει την αυτο-αξιολόγηση, η οποία γίνεται από συλλογικά όργανα και αφορά στο εκπαιδευτικό έργο των δομών, του ανθρώπινου δυναμικού, αλλά και του εκπαιδευτικού συστήματος, την ιεραρχική εσωτερική αξιολόγηση, που γίνεται από θεσμικά όργανα και αφορά στο εκπαιδευτικό έργο μονάδων, στελεχών της εκπαίδευσης και εκπαιδευτικών, και την εξωτερική αξιολόγηση, που γίνεται από ανεξάρτητη αρχή διασφάλισης της ποιότητας και αφορά στη διασφάλιση της εγκυρότητας, της αξιοπιστίας και της αντικειμενικότητας των διαδικασιών αξιολόγησης δομών, στελεχών και εκπαιδευτικών».


Κάθε διαδικασία δε, «έχει διακριτούς στόχους, μέσα και τρόπους υλοποίησης» και βασίζεται στις «εκθέσεις» των αρμοδίων αξιολογικών οργάνων, που στηρίζονται σε «δείκτες» και «κριτήρια».


Στην αξιολόγηση της «ποιότητας» του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών» χρησιμοποιούνται περιγραφικές κλίμακες, όπως «ελλιπώς», «επαρκώς», «πολύ καλά», «εξαιρετικά» για να μην αγχωθούν οι εκπαιδευτικοί και να χάψουν το παραμύθι ότι η σημερινή μοντέρνα αξιολόγηση δεν έχει καμιά σχέση με τον επιθεωρητισμό.


Ο εκπαιδευτικός αξιολογείται α) ως προς το (υπηρεσιακό/ επαγγελματικό) διοικητικό έργο από τον Δι-ευθυντή του σχολείου (Ατομικός φάκελος + Εκθεση αυτοαξιολόγησης Σχολικής Μονάδας, ως πειστήριο για τo έργο του + Εκθεση Διευθυντή σχολείου) β) ως προς το παιδαγωγικό/διδακτικό έργο από τον Σχολικό Σύμβουλο (Ατομικός φάκελος + Εκθεση αυτοαξιολόγησης Σχολικής Μονάδας, ως πειστήριο για τo έργο του + Εκθεση Σχολικού Συμβούλου).


Η αξιολόγησή του είναι ετήσια και περιοδική. Η ετήσια διακρίνεται σε έμμεση (σχετίζεται με την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου στο πλαίσιο της σχολικής μονάδας) και άμεση, που γίνεται από τον Διευθυντή του σχολείου. Η περιοδική αξιολόγηση γίνεται από το Σχολικό Σύμβουλο.


Χαρακτηριστικό των προθέσεων της επιτροπής και στη συνέχεια του υπουργείου Παιδείας είναι το γεγονός ότι η περιοδική αξιολόγηση «συνδέεται με την επαγγελματική ανάπτυξη και εξέλιξη του εκπαιδευτικού και με υπηρεσιακές διαδικασίες του εκπαιδευτικού συστήματος», ενώ προβλέπεται και «έκτακτη αξιολογική κρίση», που «μπορεί να πραγματοποιηθεί για λόγους που εκτιμά η υπηρεσία ή ο εκπαιδευτικός».

«Την ευθύνη για τη σύνταξη της τελικής αξιολογικής έκθεσης του έργου των εκπαιδευτικών έχει ο Σχολικός Σύμβουλος και σε αυτήν χρησιμοποιείται περιγραφική κλίμακα, η οποία χαρακτηρίζει τον τρόπο επιτέλεσης του έργου τους (ελλιπώς, επαρκώς, πολύ καλά, εξαιρετικά)».


Το πόρισμα αναφέρει επίσης τα εξής: «Οι εκπαιδευτικοί των οποίων το έργο αξιολογείται ως ‘’επαρκές’’ είναι προακτέοι. Οι εκπαιδευτικοί το έργο των οποίων έχει αξιολογηθεί ως ‘’ελλιπές’’ σε κάποιο πεδίο, παρακολουθούν ενισχυτικό/διαμορφωτικό πρόγραμμα επιμόρφωσης και η αξιολόγησή τους στο συγκεκριμένο πεδίο επαναλαμβάνεται το επόμενο έτος». Για ευνόητους λόγους, η επιστημονική επιτροπή αποφεύγει να μας πει τι θα γίνει περαιτέρω, σε περίπτωση που το έργο του εκπαιδευτικού κριθεί και πάλι «ελλιπές».

Αλλωστε, δεν είναι αυτός ο ρόλος της. Το ρόλο αυτό θα αναλάβουν να παίξουν τα αρμόδια όργανα του υπουργείου Παιδείας, βασιζόμενα στην ισχύουσα εκπαιδευτική νομοθεσία (ν.1566/85: μετάταξη ή απόλυση), την οποία υπερτονίζει σε κάθε βήμα το πόρισμα της επιτροπής.


Τα «πεδία» στα οποία θα αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί είναι:


1)Εκπαιδευτικό Περιβάλλον: (α) Διαπροσωπικές Σχέσεις και Προσδοκίες, (β) Παιδαγωγικό Κλίμα και (γ) Οργάνωση της σχολικής Τάξης.


2)Σχεδιασμός, Προγραμματισμός και Προετοιμασία Διδασκαλίας: (α) Μαθητής, (β) Στόχοι και Περιεχόμενο και (γ) Διδακτικές Ενέργειες και Εκπαιδευτικά Μέσα.

3)Διεξαγωγή και Αξιολόγηση Διδασκαλίας: (α) Προετοιμασία των Μαθητών για τη Διδασκαλία, (β) Διδακτικές Ενέργειες και Εκπαιδευτικά Μέσα, (γ) Μαθησιακές Ενέργειες και (δ) Εμπέδωση και Αξιολόγηση της Νέας Γνώσης.


4)Υπηρεσιακή Συνέπεια και Επάρκεια: (α) Τυπικές Υπαλληλικές Υποχρεώσεις,   (β) Συμμετοχή στη Λειτουργία της Σχολικής Μονάδας και (γ) Συνεργασία με Γονείς και Φορείς.

5)Τυπικά Προσόντα και Επιστημονική και Επαγγελματική Ανάπτυξη: (α) Τυπικά Προσόντα και Επιστημονική Ανάπτυξη και   (β) Επαγγελματική Ανάπτυξη.


Τέλος, ο Διευθυντής του σχολείου αποκόβεται τελείως από το σύλλογο διδασκόντων, που καθίσταται άλλωστε διακοσμητικό όργανο, αφού γίνεται «βασικός συντελεστής υποστήριξης και διασφάλισης» της αξιολόγησης της σχολικής του μονάδας και των εκπαιδευτικών. Και βεβαίως θα κρίνεται ως προς την «αποτελεσματικότητα» του μάνατζμεντ που εξασκεί, αφού αυτό θα καθορίζει και την «ταυτότητα» του σχολείου του, μέρος της οποίας είναι «η επάρκεια των οικονομικών πόρων», η «επάρκεια και καταλληλότητα των σχολικών χώρων, του εξοπλισμού και των μέσων», η «αξιοποίηση των διαθέσιμων χώρων και του εξοπλισμού», πράγματα ανέφικτα στην εποχή των Μνημονίων, χωρίς την εμπλοκή ιδιωτών και κάθε λογής «χορηγών» και χωρίς την οικονομική επιβάρυνση των ήδη χειμαζόμενων οικογενειακών προϋπολογισμών των γονιών.




Γιούλα Γκεσούλη
Πηγή:Κόντρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου