Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Κλεισμένοι σε 4 λέξεις


Στα χρόνια των μνημονίων, έχουν μπει στην καθημερινή συζήτηση πολλές έννοιες που πρότερα αποτελούσαν έννοιες ταμπού ή ήταν τα αδιαμφισβήτητα τρόπαια της σύγχρονης κοινωνίας που έχει “ξεφύγει” από πολέμους και ολοκληρωτισμούς παντός είδους. Δημοκρατία, Χούντα, Κατοχή, Ανεξαρτησία ακούγονται πιο συχνά από ποτέ ενώ επαναφέρεται με τον πιο χυδαίο τρόπο όλη η φιλοσοφία του έθνους από όλο το φάσμα των καπιταλιστικών προσεγγίσεων. Θα ήταν κλισέ να κάνω εμετό στον Φουκογιάμα και το “Τέλος της Ιστορίας” αλλά αντίθετα με τους χαιρέκακους αστούς και τους κομπλεξικούς μικροαστούς δεν χρειαζόμαστε τέτοιες εκτονώσεις. Το ζήτημα είναι αλλού, είναι στην ανάγκη του κινήματος να επαναφέρει όρους ορόσημα για την κοινωνία μπας και “ξυπνήσει” ξεχνώντας ότι οι δεσμοί με τις έννοιες και τους αγώνες κατάκτησής τους έχουν κοπεί για την λεγόμενη πληττόμενη πλειοψηφία. Οι σημερινοί 30άρηδες ήταν αγέννητοι στην Χούντα, αυτοί που έζησαν την κατοχή σαν παιδιά είναι τώρα στα γεράματα, ενώ οι εικόνες από την δημοκρατία και την ανεξαρτησία είναι κατά κόρον βγαλμένες από τα γνωστά ΜΜΕ, την αστική κοσμοπολίτικη παγκοσμιοποίηση και μια ατομική ελιτίστικη προσέγγιση τόσο στην πολιτική όσο και στην δημοκρατική σκέψη και δράση. Μια συμπεριφορά με σνομπ ύφος σε αυτούς που ορίζουν του εαυτούς τους σε σύνολα-συλλογικότητες αντί να αυτό-προσδιορίζονται ως υπερ-γαμάτες προσωπικότητες με γνώμη (μάλλον μόνο κριτική) για τα πάντα και άνευ ευθυνών για το κοινωνικό γίγνεσθαι, μιας και η ευθύνη ανήκει σε άλλους, πάντα. Αν σε όλα αυτά αθροίσουμε την φοβερή έλλειψη μόρφωσης με ταυτόχρονη εμμονή στην εκπαίδευση με αποκλειστικό στόχο την εργασία και όχι την κατανόηση των μηχανισμών λειτουργίας της ίδιας της ζωής έχουμε μια αρκετά σαφή εικόνα του τι γίνεται. Μια εικόνα που επιβάλλει όχι απλά να δώσουμε ξανά ορισμό στις λέξεις Δημοκρατία, Χούντα, Κατοχή, Ανεξαρτησία, όχι απλά να αναλάβουμε την προσωπική και συλλογική διαφώτιση πάνω στην Ιστορία και την μόρφωση αλλά πάνω από όλα αυτά να ψηλαφίσουμε τις απαντήσεις, τις δικές μας.
Όλα αυτά που κάποιοι αναγνωρίζουν σαν σημάδια των καιρών και με βάση αυτά βαφτίζουν Χούντα ή Κατοχή τα κοινωνικά δρώμενα εκτελούν άθελά τους ή όχι το καθήκον της εκτόνωσης. Αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ύπαρξη εδώ και πολλών χρόνων αυτών των “περιστατικών” απλά οι καιροί τότε ήταν παχιών αγελάδων, τα μεσαία στρώματα ζούσαν ακόμα στην νιρβάνα τους και δεν τους καιγόταν καρφί, πόσο μάλλον τα κομμάτια της εργατικής τάξης που ήταν υπό ύπνωση από όλη την κατάσταση και τα φρούδα όνειρα της ταξικής-οικονομικής ανέλιξης. Στρατό στον δρόμο είχαμε πολλές φορές, απαγόρευση κυκλοφορίας ακόμα περισσότερες, με καλύτερο παράδειγμα τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, σκάνδαλα, φίμωση κάθε προσπάθειας να φανεί γυμνός ο βασιλιάς υπήρχαν καιρό τώρα. Ο καπιταλισμός είναι πανούργος, δεν “διαλέγει” ανάμεσα στις δυστοπίες του Άλντους Χάξλεϊ (“Θαυμαστός Νέος Κόσμος”) και του Τζορτζ Όργουελ (“1984 – Ο Μεγάλος Αδελφός”) αλλά αναλόγως βρίσκει νέα μίγματα που αντιστοιχούν στις ποσοτικές και ποιοτικές μεταβολές των συνειδήσεων. Αυτή την στιγμή πραγματοποιεί και τις δύο, από την μια την φίμωση και από την άλλη αφήνει ελεύθερους τους “γελωτοποιούς” που τάχατες κάνουν πολεμική στα κακώς κείμενα. Μοιάζει η σάτιρα της τηλεόρασης να έχει βγει από την ταινία του 1976 “The Network” όπου ο Peter Finch υποδυόμενος έναν ξοφλημένο ρεπόρτερ βρίσκεται ξαφνικά να κατακεραυνώνει το σύστημα με μύδρους από κάθε δελτίο των 9. Το αποτέλεσμα είναι να γίνει τηλεοπτική επιτυχία και όταν υπερβεί τα συστημικά εσκαμμένα να βλέπει την πόρτα της εξόδου, τόσο απλά. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με μια άτυπη ιστοριολαγνεία που αναζητά απαντήσεις στο παρελθόν, χωρίς να βλέπει τις σημερινές αντιστοιχίες ενώ αφήνει ανοιχτές κερκόπορτες σε κάθε είδους εθνικιστικά-φυλετικά παραληρήματα. Το σύστημα όμως παραμένει με ένα σημαντικό άσο στο μανίκι του σε περίπτωση εκτροπής ακόμα και με την έννοια της αστικής δημοκρατίας, το χαρτί της επαναφοράς στις πρότερες καταστάσεις, που η χούντα, η κατοχή ήταν για ολίγους ή ήταν υποφερτή με βάση κάποιες “παραχωρήσεις”, λέγε με κοινωνικά συμβόλαια. Όμως δεν υπάρχει χώρος για παραχωρήσεις από την μεριά του κεφαλαίου οπότε τα αδιέξοδα πληθαίνουν τόσο για αυτούς όσο και για εμάς, σε μια κατάσταση “φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη”. Απλά η κτηνωδία του κράτους, της εξουσίας και των μηχανισμών τους καλυπτόταν μέχρι πρόσφατα από την ψεύτικη γυαλάδα του εκάστοτε “American Dream”, όπως καλύπτουν με μπαχάρια το σάπιο κρέας.


Από την άλλη έννοιες ταυτίστηκαν με διαδικασίες, χάνοντας την ουσία που τους είχαν προσδώσει ακόμα και η αστική διανόηση. Από την μια αυτό αποκάλυψε στους έχοντας ώτα και μάτια τις εγγενείς αδυναμίες και αντιφάσεις του συστήματος. Αλλά από την άλλη ακόμα και μπροστά σε αυτές τις αποκαλύψεις δεν αντιληφθήκαμε πως με αυτό τον τρόπο οι έννοιες έγιναν εύπλαστες, άρα ελεύθερες να ορισθούν βάση την εκάστοτε προσωπική ερμηνεία. Γιατί όταν η πράξη αποσυνδέεται από την θεωρία και το αντίστροφο, όταν οι λέξεις απομονώνονται από τις υλικές και ιστορικές τους αναπαραστάσεις γίνονται ρευστές έννοιες, και όπως όλα τα ρευστά με βάση την φυσική παίρνουν το σχήμα του δοχείου στο οποίο τοποθετούνται, στην συγκεκριμένη μας περίπτωση στην αστική δημοκρατία ζόμπι και στον καπιταλισμό στα όριά του. Ας βάλουμε λοιπόν τα πράγματα σε μια νέα βάση να δούμε τι μπορεί να γίνει καθώς ισχύει και για εμάς το ίδιο αξίωμα γιατί οι έννοιες των αγώνων, οι ιδέες τους, τα μέσα που χρησιμοποίησαν από την στιγμή που σήμερα δεν υπάρχουν αντίστοιχες αναπαραστάσεις – διεργασίες γίνονται και αυτές ρευστές και παίρνουν το σχήμα των εκάστοτε αδυναμιών και στοχεύσεων. 4 λέξεις έβαλα στην αρχή ας τις πάρουμε με την σειρά.


Δημοκρατία. Καμάρι του τόπου, γεννήθηκε στην Αθήνα. Αυτό όμως που αποκρύπτεται πέρα από τους δούλους που κινούσαν την οικονομία της Αθήνας, πέραν της αποκλειστικής συμμετοχής στην δημοκρατία μόνο των ενήλικων αρρένων που είχαν κάνει την στρατιωτική θητεία τους και ήταν από 20 ετών και πάνω, είναι η λογική της συμμετοχής στα κοινά, ως καθήκον. Αν απομονώσουμε αυτό θα μπορέσουμε να δούμε πως η μόδα του απολιτίκ των προηγούμενων δεκαετιών, ο ελιτίστικος σνοπμισμός που ταύτιζε την πολιτική με το κοινοβούλια και τα κόμματα ή από την άλλη βάφτιζε “πραγματική” πολιτική ότι δεν είχε σχέση με αυτά δεν ήταν παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτού που έπαιρνε την δημοκρατία ως κάτι αδιαμφισβήτητο, χρονικά αέναο που είναι αυθύπαρκτο και ταυτόχρονα αυτό-συντηρούμενο. Από την άλλη όμως κάθε διαδικασία λήψης αποφάσεων πέρα από την εκλογική λογική αλλά μέσα από συλλογικές δομές πχ συνελεύσεις με τις όποιες αδυναμίες τους, θεωρούταν και ακόμα για μερικούς θεωρούνται άνδρο της έλλειψης δημοκρατίας. Δηλαδή έχουμε μια κυριαρχία ενός νεκρού θεσμού που αναπόφευκτα υπεριδανικεύεται (όπως όλοι οι άνθρωποι στον επικήδειό τους) αλλά από την άλλη η καθημερινή πρακτική εξάσκηση αυτού του ιερού δικαιώματος εκεί που όλοι πρέπει να λερώσουμε τα χέρια μας θεωρείται μέγιστη ύβρη μπροστά στον θεσμό. Αυτή είναι η όψη που αποτυπώνει την πραγματικότητα των εν αστική υπνώσει εργαζόμενων, αυτών που δεν αναρωτήθηκαν ποτέ, γιατί και από την άλλη πλευρά υπάρχουν αποσαφηνίσεις που πρέπει να γίνουν. Ο Μαρξ έγραφε πως “Η πολιτική δεν είναι παρά μια από τις διαστάσεις της δράσης μέσω της οποίας το προλεταριάτο βγαίνει από την αντικειμενική του παθητικότητα για να καταξιωθεί ως το υποκείμενο ως το δημιουργικό υποκείμενο της ιστορίας”, άρα οι μορφές που έκανε πολιτική θα έμπαιναν ούτως η αλλιώς στο προσκήνιο. Δημοκρατικές μορφές οργάνωσης και λειτουργίας του εργατικού κινήματος έχουμε δει πάρα πολλές από την Παρισινή Κομμούνα, τα Σοβιέτ των μπολσεβίκων, τα εργοστασιακά συμβούλια των Ιταλών εργατών και τα εργοστασιακά πανεπιστήμια των Κινέζων ως τα χωριά των Ζαπατίστας. Αλλά και σε αυτό τον τόπο έχουμε γνωρίσει πολλά από τις κυβερνήσεις του βουνού ως τα κέντρα αγώνα του Δεκέμβρη του 2008 αλλά και τις “ταπεινές” εργατικές, φοιτητικές και λαϊκές συνελεύσεις. Αν επεκταθούμε και σε άλλες συλλογικές και ατομικές συζητήσεις μέσα σε συλλογικότητες της αριστεράς και της αυτονομίας η έννοια της δημοκρατικής λειτουργίας έχει γίνει πολλές φορές αντικείμενο συζήτησης και προστριβών. Όλα αυτά δεν αποτελούν παρά διαπιστώσεις μια υπόγειας αν όχι συνεχούς συζήτηση για την δημοκρατία σήμερα, πως δηλαδή ο καθένας θα μπορέσει να γίνει πραγματικός συμμέτοχος του κοινωνικού γίγνεσθαι, κοινωνός και δημιουργός της πολιτικής και όχι στην χειρότερη τηλεθεατής της. Όλη αυτή η διαδικασία αν την δούμε νηφάλια μας γνωρίζει δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι πως η δημοκρατία δεν είναι μόνο θεσμοί και τρόποι λειτουργίας – λήψης αποφάσεων αλλά πλαίσιο συνολικού πολιτισμού συζήτησης, συνδιαμόρφωσης και απώλειας ή όχι βαθμών ελευθερίας μπροστά σε συλλογικές αποφάσεις-δράσεις. Το δεύτερο είναι, πως και με ποιους τρόπους είναι δυνατή η εναλλαγή πλειοψηφίας-μειοψηφίας αλλά και η μετάδοση – πάλη των αντιλήψεων. Η εύκολη υπεκφυγή σε αυτό είναι να μιλήσεις για “την σχισμή και το φακελάκι” μια στα τέσσερα χρόνια, η δυσκολία είναι να ψηλαφίσεις το άλλο. Σε όλους αυτούς που υπόσχονται ή παλεύουν για μια άλλη κοινωνική κατάσταση πρέπει να θυμάστε και να θυμόμαστε πως η σημερινή μας λειτουργία-δράση πρέπει να είναι καθρέφτης αυτού του οποίου πρεσβεύουμε, αλλιώς ο σκοπός που θα αγιάσει τα μέσα θα αλλάξει ρότα πριν καλά-καλά το καταλάβουμε.


Ας πάρουμε και την χούντα. Αρχικά ο ορισμός μας έρχεται από παλιά, μας τον έφερε ο Ναπολέων Βοναπάρτης γύρω στο 1808 βαφτίζοντας έτσι τα όργανα που επέβαλλε να διοικούν τις κατακτημένες Ισπανικές περιοχές, ο όρος καθ’ εαυτός χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στην Χιλή, τι σύμπτωση. Συγκεκριμένα το 1810 αφού ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε φυλακίσει τον βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάρδο Ζ’, προσπάθησε στην Χιλή που ήταν αποικία της Ισπανίας τότε να επιβάλλει την υποταγή στην κεντρική διοίκηση που είχε επιβληθεί στο σύνολο της Ισπανίας. Η λέξη χούντα είναι ισπανικής προέλευσης φυσικά, και σημαίνει συμβούλιο. Αυτό το αναφέρω γιατί όταν ο Ναπολέων επέβαλε την κεντρική χούντα σαν διοίκηση της Ισπανίας η Χιλή ως αποικία χωρίστηκε σε 3 πολιτικές ομάδες η μια εκ των οποίων οι juntistas (ή χουντίστας) που πρότειναν την ανάληψη της εξουσίας από επιφανείς πολίτες που θα σχημάτιζαν μια προσωρινή κυβέρνηση (ρε που το έχω ξανά ακούσει αυτό) ενάντια στον τότε κυβερνήτη Γκαρσία Καράσκο που έπεσε το 1809 από υπόθεση διαφθοράς, το λεγόμενο σκάνδαλο του Σκορπιού. Ο αρχηγός των χουντίστας Ματέο ντε Τόρο Ζαμπράνο μετέπειτα πρόεδρος της πρώτης χούντας της Χιλής ανέλαβε την εξουσία με πρώτη του φράση την εξής: “Αυτό είναι το γκλοπ, πάρτο και εξουσίασε”. Η Χιλή τυραννήθηκε πολύ από την λογική της Χούντας. Με καλύτερη την Χούντα του Πινοσέτ (1973-1990) που προέκυψε με την βοήθεια των ΗΠΑ, τι πρωτότυπο, από το πραξικόπημα ενάντια στην κυβέρνηση Αλιέντε. Η Χιλή όμως όπως και η ελληνική Χούντα είχε την αμέριστη συμπαράσταση της πολιτισμένης Δύσης και δει των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα η Χιλή έμελλε να γίνει το πειραματόζωο του νεοφιλελευθερισμού που έφερναν οι Ρέιγκαν στις ΗΠΑ και Θάτσερ στην Αγγλία. Η λεγόμενη σχολή του Σικάγο με επικεφαλής τον ιεραπόστολο της ελευθερίας των αγορών Φρίντμαν έκαναν ότι ήθελαν με την Χιλή σε μια προσπάθεια να αποδείξουν την επιτυχία του πολιτικοοικονομικού μοντέλου της ελευθερίας της αγοράς, των ιδιωτικοποιήσεων και τους νεοφιλελευθερισμού εν γένει. Η καταστροφική τους αποτυχία ήταν χαρακτηριστική όσο και οι δικαιολογίες που προσκόμισαν. Το ζήτημα όμως είναι πως και στην Χιλή και στην Ελλάδα η Χούντα δεν κατάφερε να επιφέρει τα αναμενόμενα για την καπιταλιστική συμμορία, για αυτό και μόλις γκρεμίστηκαν έσπευσαν να νίψουν τας χείρας τους και να καταδικάσουν τα προηγουμένως προστατευόμενα “παιδιά” τους. Η Χούντα λοιπόν πέρα από την έννοια του πραξικοπήματος, της στρατιωτικής διοίκησης και πειθαρχίας άρα της αντιμετώπισης των υπηκόων της ως εν δυνάμει προδότες ουσιαστικά είναι μια αποτυχημένη προσπάθεια ενός κεφαλαιοκρατικού fast-track που άλλοτε πετύχαινε για τις αστικές τάξεις και άλλοτε όχι. 

Δεν εξαργυρώνεται δηλαδή μοναχά σε μια λογική επιβολής τεράστιας καταστολής αλλά στην επιβολή μαζί με αυτή την καταστολή ενός οικονομικού μοντέλου. Για αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο πως οι σημερινοί θιασώτες της χούντας θέλουν να την παρουσιάζουν ως οικονομικό μοντέλο θαύμα, προς μίμηση. Αυτό από την μια γιατί στην Ελλάδα τουλάχιστον το νέο κοινωνικό συμβόλαιο που τέθηκε με το Σύνταγμα του 1975 έκανε παραχωρήσεις στα ζητήματα των δημοκρατικών δικαιωμάτων προσπαθώντας να ενσωματώσει ένα μεγάλο μέρος των αγώνων ενάντια στην Χούντα αποκρύπτοντας πως τα οικονομικά εργαλεία της Χούντας θα μπορούσαν να παραμείνουν άθικτα, πόσο μάλλον τα ιδεολογικά της όπλα. Από την άλλη η ταύτιση της εργατικής δράσης μέσα στην χούντα ως την εναλλαγή του πολιτικού προσωπικού. Μας τα κάνατε Ζέπελιν με την Δαμανάκη θα μπορούσε να αναφωνήσει πολύς κόσμος αλλά και εδώ πιστώνεται μια φοβερή προσπάθεια αποτύπωσης της έννοιας της Χούντας στην κοινωνία. Από την μια η πλήρης ταύτισης των κοινωνικών αγώνων με μεμονωμένα πρόσωπα, έτσι οι αγώνες γίνονται σύμβολα και τα σύμβολα μπορείς να τα στραπατσάρεις πιο εύκολα, το δύσκολα θα ήταν να βγάλεις όλους τους αγωνιστές ενάντια στην Χούντα λαμόγια χωρίς να υπήρχε η Δαμανάκη. Το έπιασες ; Από την άλλη αφού η Χούντα βγήκε από το κάδρο και εδραιώθηκε “η δημοκρατία” των “Καραμανλής ή τανκς” που έφτασε σήμερα στο “Μνημόνιο ή χάος” απονομιμοποιήθηκαν έννοιες όπως η μαζική κινηματική αντί-βια απέναντι στο κράτος και τους μηχανισμούς τους, οι δυναμικές μορφές σύγκρουσης και διεκδίκησης ως κάτι μη πρέπον και υπερβάλλων για την σημερινή δημοκρατία. Αυτά τα ολίγα για την χούντα μιας και πλέον κάθε κράτος που σέβεται τον καπιταλισμό του έχει ενσωματώσει στην νομοθεσία του ή ακόμα και στο σύνταγμά του εκείνες τις νομικές δικλείδες ώστε οι πολιτικές καταστολής και εξασφάλισης της οικονομικής- καπιταλιστικής ομαλότητας εδώ και δεκαετίες, στις εποχές που η δημοκρατία κατά τα κοινά θριάμβευε ενάντια στην τρομοκρατία…


Κατοχή. Μεγάλη κουβέντα θα πουν κάποιοι όμως εγώ δεν θέλω ούτε να αναλύσω πολύ ούτε να αναλωθώ πολύ στο συγκεκριμένο, γιατί η κατοχή σε αυτή την χώρα ταυτίζεται με την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου και ταυτόχρονα επανεμφανίζεται όταν οι υμνητές των κατοχικών στρατευμάτων και των τσιρακιών τους οδεύουν προς αξιωματική αντιπολίτευση. Τι και αν τόσα και τόσα χρόνια η κατοχή των οικονομικών δεικτών, των ντόπιων και ξένων επενδύσεων θέριευε, τώρα την θυμηθήκαμε την έννοια. Η ρίζα της λέξης προέρχεται εξάλλου από το ρήμα κατέχω, δηλαδή έχω υπό την ιδιοκτησία μου. Από παλιά με νανούριζε ο Κάρολος με την ανάλυσή του για την ατομική ιδιοκτησία και την ανάγκη κοινωνικής ιδιοκτησίας αλλά ακόμα και τότε όλοι κράδαιναν με ένα στόμα και μια φωνή “Οι κομμουνιστές θα σας πάρουν τα σπίτια!”, εγώ πάντως σφυροδρέπανο έξω από κάποια τράπεζα δεν είδα, ούτε θυμάμαι ο Άρης και ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ να πήγε σε κάποιο χωριό και να κάνει real-estate. Η άρνηση πολλών να καταλάβουν το αυτονόητο για τον καπιταλισμό πως η ατομική ιδιοκτησία θα είναι προνόμιο της άρχουσας τάξης και πως η εργατική τάξη το μόνο που θα έχει για να ζήσει είναι αγοραπωλησία της εργατικής της δύναμης καλλιεργούσε και καλλιεργεί ακόμα αυταπάτες. Χωρίς να θέλω να επεκταθώ στις οικονομικές αναλύσεις για τα πόσα σπίτια έχει χτίσει ένας οικοδόμος και παρ’ όλα αυτά πρέπει να μένει στο νοίκι και άλλα τέτοια όμορφα που έχουν να κάνουν με την κλοπή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου, θέλω να ξανασκεφτούμε όλοι μας τις καθημερινές μας συναλλαγές, την συμμετοχή μας στον παράγοντα οικονομία και κράτος. Πέρα από τα λαμόγια και τους κλέφτες που στον καπιταλισμό πάντα θα υπάρχουν, όπως πάντα στον καπιταλισμό θα υπάρχουν άνεργοι, φτωχοί, καταστολή και όλα αυτά που βλέπουμε σήμερα. Γιατί το να είσαι πλούσιος θεωρείται επιτυχία, άνοδο στην κοινωνική κατάσταση και ζούμε όλοι οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη την κυριαρχία της λογικής που θεωρεί τους πλούσιους τους εξέχοντες αυτού του πλανήτη που από την προθυμία και την σοφία τους θα ωφεληθούμε και εμείς αν τους βοηθήσουμε να παραμείνουν εκεί ή ακόμα καλύτερα να πλουτίσουν κι άλλο. Και πριν με κατακεραυνώσουν μερικοί τα παραπάνω είναι λόγια του Φρίντμαν και όχι του Τσε Γκεβάρα. Δηλαδή είναι σαν να λέμε πως οι αντιλόπες πρέπει να στηρίζουν το λιοντάρι ώστε να τους φανεί γενναιόδωρο.


Τέλος η ανεξαρτησία. Από ποιον ; Από τον ξένο παράγοντα θα πουν κάποιοι αλλά ποιος είναι ο ξένος παράγοντας ; Θα παραπέμψω στη προηγούμενη παράγραφο καθώς έχουν πολλές κοινές οπτικές. Γιατί η εξάρτηση ήταν αλλού, ήταν από το πολιτικό προσωπικό, τα κέφια της εργοδοσίας, τον τοπικό ευεργέτη που αγόραζε τα πάντα και σε υποχρέωνε να πληρώνεις είσοδο, οι τράπεζες με τα δάνεια, η κατευθυνόμενη ενημέρωση, ο τρόπος ζωής κτλ, κτλ. Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό και δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσω τα κλισέ περί υπερ-εθνικών ολοκληρώσεων τύπου ΕΕ, ΝΑΤΟ. Ρώταγες πχ πριν χρόνια μα γιατί στέλνουμε φαντάρους στην Γιουγκοσλαβία ή το Αφγανιστάν, ναυτικό στην Σομαλία κοκ και η απάντηση ήταν πως έχουμε υποχρεώσεις στο ΝΑΤΟ όχι πως και εμείς (η εδώ αστική τάξη για να μην παρεξηγιόμαστε) είχε βλέψεις από αυτές τις ενέργειες. Εξάλλου στην Κύπρο η ΕΛΔΥΚ δεν είναι διακοσμητική δύναμη κατοχής αλλά έκφραση των ελληνικών επιχειρηματικών συμφερόντων στην περιοχή. Και το ζήτημα δεν εξαντλείται στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά μπαίνει στα οικονομικά ζητήματα, εξάρτησης δηλαδή από μονοπώλια, επιχειρήσεις, πολιτικά φέουδα και ο κατάλογος μεγαλώνει. Όμως το ερώτημα είναι διττό ειδικά για την αριστερά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την απάντηση του Ραφαηλίδη στην εκάστοτε ερώτηση περί ανεξαρτησίας να απαντά πως δεν θέλει να ανήκουμε στην Δύση αλλά να είμαστε και εμείς ένας κρίκος των χωρών που έμπαιναν υπό την σκέπη της ΕΣΣΔ. Και οι συζητήσεις είναι ακόμα ανοιχτές και τώρα για όσους δεν έχουν την αυταπάτη του κομμουνισμού σε μια χώρα, αυτής των χωρών που θα συμμαχήσουν μεταξύ τους. Πολλοί θα δείξουν το παράδειγμα της Βενεζουέλας με την Κούβα. Όμως τα πράγματα σήμερα είναι πολύ διαφορετικά, ενώ τα παραδείγματα της Ισπανίας του 1936 και της Ελλάδας την περίοδο του εμφυλίου είναι πολύτιμα για το πως τέτοιες συμμαχίες μπορούν και να μην υπάρχουν. Η σύνδεση όλων αυτών των λαών στο άρμα πέρα από τις αντίστοιχες οικονομικές και κοινωνικές εξαρτήσεις δημιουργούν και δυνατότητες για έναν άλλο διεθνισμό όπως θα έλεγαν και κάποιοι, απαραίτητο αν καταλάβουμε τι είναι αυτό το οποίο μας εκμεταλλεύεται. Η απεργία στις 14 Νοέμβρη θα πρέπει να μας προβληματίσει θετικά το τι έκβαση θα έχει και τι δυναμική μπορούν να έχουν τέτοιες κινήσεις.


Κλείνοντας και με δεδομένο πως πολλά θέματα μένουν ανοιχτά, τα παραπάνω 4 ερωτήματα – λέξεις αναδεικνύουν την ανάγκη ύπαρξης απάντησης που θα άπτεται του οικονομικού μοντέλου, της καθημερινής λειτουργίας του κράτους και των μηχανισμών του, εν τέλει σχεδόν όλων των πτυχών της ζωής μας. Άρα δεν μιλάμε για μια απλή αλλαγή πολιτικών προσώπων, την κατάκτηση το τάδε ή του δείνα αιτήματος αλλά μια προσπάθεια ενός κόσμου που πριν βρισκόταν είτε στην αφάνεια είτε κάτω από τις βαριές κουβέρτες των συνθηκών να ψηλαφίσει μια καινούργια στάση ζωής που μπορεί να τον οδηγήσει στην εκπλήρωση των αναγκών του. Όλα αυτά μέσα σε έναν κλίμα καταθλιπτικό, απογοήτευσης, φοβερής ματαίωσης και μοναξιάς σε όλα τα επίπεδα. Οπότε έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας. Καλό πόλεμο λοιπόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου