Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά (I)


Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την αποστολή. Εξαιτίας του μεγέθους του, δημοσιεύεται σε δύο μέρη.


Του Σταύρου Μαυρουδέα



Ι. Εισαγωγή



Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων. Η οικονομική κρίση του συνδέεται και επηρεάζει σημαντικά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και την συνδεόμενη με αυτή κρίση της ΕΕ.

Για να αντιμετωπισθεί η κρίση αυτή το σύστημα επέβαλλε την στρατηγική που αποκρυσταλλώνεται στα Μνημόνια «Κατανόησης» μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικα των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ. Τα διαδοχικά Μνημόνια και οι ενδιάμεσες αναθεωρήσεις τους εξειδικεύουν και υλοποιούν την γενικότερη αυτή στρατηγική.

Η Μνημονιακή πολιτική έχει βυθίσει την ελληνική οικονομία σε μία άνευ προηγουμένου κρίση. Από το 2009 μέχρι το 2013 έχει «χαθεί» σχεδόν το 25% του ΑΕΠ, η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία το 2013 φθάνει το 27.5% (με την ανεργία των νέων να αγγίζει το 65%) και τα εισοδήματα των εργαζομένων να έχουν υποστεί μείωση της τάξης του 40%. Επιπλέον τα Μνημόνια έχουν πέσει συστηματικά έξω στις προβλέψεις τους τόσο για τα επιμέρους κρίσιμα μεγέθη τους (ύφεση, πρωτογενές πλεόνασμα, λόγος εξωτερικού χρέους προς ΑΕΠ κλπ.) όσο και για το χρονικό ορίζοντα εξομάλυνσης της κρίσης. Είναι δηλαδή αδιαμφισβήτητο ότι η Μνημονιακή στρατηγική πέφτει συστηματικά έξω στις προβλέψεις της.

Υπάρχει μία αντι-μνημονιακή κριτική που εκπορεύεται από Κεϋνσιανές αντιλήψεις και την οποία ενστερνίζονται ακρίτως ελαφρόμυαλες και πανικόβλητες αριστερές απόψεις που υποστηρίζει ότι τα Μνημόνια είναι μία παράλογη νεοφιλελεύθερη στρατηγική που οδηγεί ακόμη και τον καπιταλισμό στην καταστροφή του. Συνεπώς χρειάζεται η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των νουνεχών αντι-μνημονιακών δυνάμεων για την ανατροπή του νεοφιλελεύθερου παραλογισμού και την επιβολή μίας αποτελεσματικότερης (για τους Κεϋνσιανούς) και φιλολαϊκότερης (για την λαϊτ αριστερά) αστικής διαχείρισης. Η αντίληψη αυτή είναι είτε αφελής (γιατί δεν κατανοεί την βαθύτερη συστημική λογική) είτε εκ του πονηρού (δηλαδή επιδιώκει να ελέγξει τις λαϊκές αντιδράσεις μέσα στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης. Η Μνημονιακή στρατηγική δεν είναι παράλογη. Αντιθέτως, απηχεί την «βαθειά» λογική τους συστήματος που κατανοεί ότι σε αντίθεση με την μεταπολεμική περίοδο οι Κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης δεν λύνουν αλλά αντίθετα επιδεινώνουν την κρίση φθίνουσας κερδοφορίας και υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Τα προβλήματα και οι αποτυχίες της Μνημονιακής στρατηγικής προκύπτουν επειδή είναι αναγκαστικά υπερφιλόδοξη: το σύστημα για να ξεπεράσει την κρίση του πρέπει να παραβιάσει κρίσιμα ιστορικά οικονομικά και κοινωνικά όρια του. Ιδιαίτερα, πρέπει να επιβάλλει μία αδιανόητη για τα δεδομένα του 20ου αιώνα μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης (δηλαδή τόσο του άμεσου όσο και του κοινωνικού μισθού), να αυξήσει δραματικά την εκμετάλλευση της εργασίας (μέσω της αύξησης της απλήρωτης εργασίας), να αυξήσει αποφασιστικά την ανεργία (για να επιβάλλει τα προηγούμενα) αλλά και να δεχθεί μία μαζική απαξίωση κεφαλαίων (δηλαδή χρεοκοπίες επιχειρήσεων) για να επιστρέψει το σύστημα σε ρεαλιστικά επίπεδα λειτουργίας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για το καπιταλιστικό σύστημα. Όμως οι απαιτήσεις του είναι τόσο υπερβολικές και φιλόδοξες που παραβιάζουν βάναυσα θεμελιώδεις ιστορικούς (για τον 20ο αιώνα) οικονομικούς και πολιτικούς ταξικούς συσχετισμούς όχι μόνο σε σχέση με την εργατική τάξη αλλά και με μεσαία στρώματα. Αυτό όμως εγκυμονεί δραματικούς κινδύνους καθώς μαζεύει μία επικίνδυνη κρίσιμη μάζα κοινωνικών εκρήξεων. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα της Μνημονιακής στρατηγικής: το σύστημα είναι υποχρεωμένο να κάνει τέτοιες βαθιές τομές που μπορεί να μην τις αντέχει.









ΙΙ. Η ταξική βάση της Μνημονιακής Στρατηγικής



Ανισοβαρής συμβιβασμός της ελληνικής αστικής τάξης με το ευρω-κέντρο

Η στρατηγική των ελληνικών Μνημονίων αποτελεί έναν ανισοβαρή συμβιβασμό ανάμεσα στα συμφέροντα και τις επιλογές των ηγεμονικών χωρών της ΕΕ και σ’ αυτά της ελληνικής αστική τάξης. Ο συμβιβασμός είναι εξ ορισμού ανισοβαρής με την έννοια ότι από την σύσταση της η ΕΟΚ (και μετέπειτα η ΕΕ) είναι ένα ιεραρχικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ όπου οι ανώτερες βαθμίδες της ιμπεριαλιστικής αυτής πυραμίδας εκμεταλλεύονται τις κατώτερες και όλες μαζί (αλλά πάλι με την δέουσα ιεράρχηση) άλλες υποδεέστερες οικονομίες εκτός του μπλοκ αυτού[1]. Όμως το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης έχει οδηγήσει το ελληνικό κεφάλαιο σε μία ακόμη δυσμενέστερη θέση[2]. Όχι μόνο ευθύς εξ αρχής ήταν στις κατώτερες βαθμίδες της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής πυραμίδας αλλά και η θέση του ήδη πριν την κρίση επιδεινωνόταν μέσα στον ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό εργασίας. Το ξέσπασμα της κρίσης χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Η υποχώρηση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας έγινε ακόμη πιο έντονη και απότομη ενώ το ελληνικό κεφάλαιο μετατράπηκε σε επαίτη των ευρωπαίων πατρώνων του. Αυτή η ιεραρχική σχέση αποτυπώνεται σαφώς στα Μνημόνια. Τον πρώτο λόγο έχουν οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί και τον δεύτερο το ελληνικό κεφάλαιο που διαπραγματεύεται μεν τα συμφέροντα του αλλά από υποδεέστερη θέση. Και φυσικά όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται στις πλάτες των εργαζόμενων.

Το ελληνικό κεφάλαιο βρίσκεται όντως σε μία δεινή θέση. Ενώ με την ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» ήλπιζε σε μία αναβάθμιση στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα βρέθηκε να υποβαθμίζεται. Με τα Μνημόνια μετατρέπεται σε ένα καπιταλισμό μειωμένης κυριαρχίας και αυτοτέλειας. Τα ηγεμονικά ευρωπαϊκά κεφάλαια αποκτούν ιδιαίτερα ισχυρό ρόλο μέσα στην ίδια την χώρα και θίγουν ακόμη και ζωτικά συμφέροντα του. Όμως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι τόσο στενά εμπλεγμένος στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ταυτόχρονα τόσο δομικά αδυνατισμένος (βλέπε Μαυρουδέας (2010β), Mavroudeas (2013)) που αδυνατεί ακόμη και να υποστηρίξει πιο συγκρουσιακά και μαχητικά τα συμφέροντα του* πόσο μάλλον να σκεφθεί την αποδέσμευση από την ΕΕ. Συνεπώς, επιλέγει να συμβιβασθεί με την στρατηγική των ηγεμονικών ευρωπαϊκών κεφαλαίων και, στα πλαίσια της, να επωφεληθεί από την επίθεση στους εργαζόμενους και να διαπραγματευθεί τουλάχιστον ορισμένα κρίσιμα συμφέροντα του (όπως το τραπεζικό σύστημα)[3]. Όπως θα δειχθεί αναλυτικά παρακάτω, βασικό στοιχείο της Μνημονιακής Στρατηγικής είναι η δραματική υποβάθμιση της αμοιβής και των σχέσεων εργασίας των εργαζομένων. Δηλαδή η μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και η αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας (με την μείωση των μισθών και την αύξηση του απλήρωτου χρόνου εργασίας). Αυτό αποτελεί την πιο βασική προϋπόθεση για την «Κινεζοποίηση» της ελληνικής οικονομίας που μόνον εάν επιτευχθεί μπορεί να ξαναρχίσει η καπιταλιστική ανάπτυξη (δηλαδή να ξαναρχίσουν να γίνονται επενδύσεις). Συνεπώς, η ελληνική αστική τάξη συναινεί στη Μνημονιακή Στρατηγική γιατί η μείωση του εργατικού κόστους ωφελεί και την δική της κερδοφορία. Επιπλέον, ελπίζει ότι βασικά στοιχεία της «διαπλοκής» (δηλαδή των φανερών και κρυφών δεσμών του κράτους με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους) δεν θα αλωθούν από τα ευρωπαϊκά κεφάλαια ή/και ότι τα τελευταία θα χρειάζονται πάντα συμμαχίες με ελληνικά κεφάλαια. Έτσι ο ελληνικός καπιταλισμός ελπίζει ότι θα ξεπεράσει την καταιγίδα και ενδεχομένως, στο μέλλον, θα μπορέσει να πάρει και κάτι πίσω από τα ευρωπαϊκά κεφάλαια.





Ασταθείς ενδο-ιμπεριαλιστικές ισορροπίες και ανταγωνισμοί

Επιπλέον, στα ελληνικά Μνημόνια αποτυπώνονται και οι ασταθείς ισορροπίες και οι ανταγωνισμοί μεταξύ τριών βασικών ιμπεριαλιστικών πόλων: των ΗΠΑ, της ΕΕ και των αναδυόμενων χωρών. Η εμπλοκή των δύο τελευταίων τεχνικά σχετίζεται με την εμπλοκή του ΔΝΤ στο οποίο έχουν σημαντική βαρύτητα. Σχετίζεται όμως και πολιτικο-οικονομικά καθώς στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης» (δηλαδή της μετά το 1990 αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου) οι δύο τελευταίοι πόλοι έχουν σημαντικά συμφέροντα στον ευρωπαϊκό χώρο (οι ΗΠΑ άλλωστε πάντα είχαν). Αυτό αποτυπώθηκε και στο τεχνικό επίπεδο καθώς, παρά τις αρχικές γκρίνιες ευρωπαϊκών κύκλων (περί απαράδεκτης εκχώρησης ρόλου στις ΗΠΑ και ότι οι ευρωπαϊκές «διασώσεις» θα έπρεπε να παραμείνουν ευρωπαϊκή υπόθεση), το ΔΝΤ αναγκαστικά έπρεπε να εμπλακεί στα ευρωπαϊκά προγράμματα «διάσωσης» γιατί είναι το μόνο που έχει την σχετική τεχνογνωσία για το πώς συγκροτείται και εκτελείται ένα τέτοιο πρόγραμμα. Επιπλέον, ιδιαίτερα ο ηγεμονικός πυρήνας της ΕΕ (γύρω από την Γερμανία) είναι εξαιρετικά «τσιγκούνης» και θέλει πάντα να βάζει τα ελάχιστα απαιτούμενα κεφάλαια ακόμη και για να διασφαλίσει την δική του ιμπεριαλιστική «πίσω αυλή».

Αυτή η εμπλοκή δίνει ακόμη ισχυρότερα εργαλεία (από αυτά που ήδη είχαν) στις ΗΠΑ για να παρεμβαίνουν τόσο στην ελληνική κρίση όσο και ευρύτερα στην κρίση της ΕΕ. Οι βασικοί στόχοι της αμερικανικής παρέμβασης δεν αφορούν το ελληνικό πρόβλημα αλλά το βασικό σημείο αντιπαράθεσης με την ΕΕ: τις πολιτικές αντιμετώπισης της τρέχουσας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, τι βάρη θα επωμισθεί ο κάθε ιμπεριαλιστικός πόλος και ποιος θα βγει κερδισμένος και ποιος χαμένος. Συνοπτικά[4], η οικονομική κρίση όξυνε και τους διεθνείς ανταγωνισμούς και ιδιαίτερα αυτούς μεταξύ των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Καθεμία από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προσπαθεί να περάσει τα βάρη της κρίσης σε άλλες ιμπεριαλιστικές και μη χώρες και να είναι αυτή που στο τέλος της κούρσας θα βγει νικητής. Εδώ η ΕΕ προσπάθησε να παίξει ένα πονηρό παιχνίδι. Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης οι ΗΠΑ προχώρησαν σε μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μία πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική (με περίπου μηδενικά επιτόκια αλλά και διαδοχικά προγράμματα Ποσοτικής Χαλάρωσης). Περίπου το ίδιο έκαναν και αρκετές άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες και ιδιαίτερα οι λεγόμενες «νεο-αναδυόμενες» αγορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κίνα όπου εφαρμόσθηκε μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική αλλά με μία χαλαρή νομισματική πολιτική. Αντιθέτως, η ΕΕ ακολούθησε μία σφικτή δημοσιονομική πολιτική και ταυτόχρονα μία λιγότερο χαλαρή νομισματική πολιτική (καθώς οι μειώσεις επιτοκίων ήταν πιο αργές και μικρότερες από αυτές της FED). Αυτό σήμαινε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα «φουσκώνουν» τις οικονομίες τους για να αντιμετωπίσουν τον άμεσο κίνδυνο της κρίσης αλλά ταυτόχρονα διακινδυνεύουν το σκάσιμο της «φούσκας» να τις κατακρημνίσει κυριολεκτικά. Από την άλλη η ΕΕ επιδιώκει να εκμεταλλευθεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας και στους μεν και στους δε) ενώ κρατά πιο νοικοκυρεμένη την δική της οικονομία και φυσικά μην παρέχοντας αντίστοιχες διευκολύνσεις στους τελευταίους. Ταυτόχρονα, η ΕΕ επιδιώκει την «κινεζοποίηση» των περιφερειακών μελών της (με πρώτα τα PIIGS – Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία) ρίχνοντας τα στη μέγγενη του χρέους. Δηλαδή οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί, εν πολλοίς τεχνηέντως, οδήγησαν σε έκρηξη του εξωτερικού χρέους των PIIGS έτσι ώστε να μπουν σε Μνημόνια, δηλαδή σε εκχώρηση της οικονομικής κυριαρχίας τους και σε υποβάθμιση στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Στόχος της κίνησης αυτής είναι η μετατροπή τους σε πισθάγκωνα δεμένους οφειλέτες και η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων τους έναντι πινακίου φακής και η μετατροπή τους σε «ευρωπαϊκές Κίνες» με μηδαμινούς μισθούς και άθλιες εργασιακές σχέσεις.

Όμως οι άλλοι μεγάλοι παγκόσμιοι ιμπεριαλιστικοί πόλοι δεν αφήνουν φυσικά την ΕΕ να παίξει ανενόχλητα σε βάρος τους. Έτσι - ιδιαίτερα μέσω των υποτιθέμενα ανώνυμων «αγορών» και των οίκων αξιολόγησης (δύο βασικών εργαλείων που επηρεάζονται καθοριστικά από τις ΗΠΑ) – η κρίση χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας μετατράπηκε σε κρίση χρέους της ΕΕ συνολικά και σε κρίση του ευρώ. Αυτό που ξεκίνησε σαν μία ελεγχόμενη φωτιά εντός αντιπυρικών ζωνών εξελίχθηκε σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Έτσι οι άλλοι παγκόσμιοι ιμπεριαλιστικοί πόλοι πιέζουν την ΕΕ στο να «φουσκώσει» και αυτή την οικονομία της – τόσο μέσω δανεισμού (ευρω-ομόλογο κλπ.) όσο και κυρίως μέσω μίας ευρωπαϊκής Ποσοτικής Χαλάρωσης (ιδιαίτερα με το τύπωμα χρήματος). Φυσικά κάτι τέτοιο θα βάλει ταφόπλακα στα όνειρα για μία παγκόσμια ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ηγεμονία και θα αφήσει τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό πόλο πίσω από τους βασικούς ανταγωνιστές του.

Για τις ΗΠΑ η ελληνική περίπτωση είναι ένα βολικό εργαλείο για να διεμβολίζει συστηματικά την γερμανική στρατηγική. Έτσι οι αμερικανικές πιέσεις για διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους («κούρεμα» ιδιαίτερα των κρατικών ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα) είναι ένα εργαλείο ευρύτερων επιδιώξεων και όχι ένας τελικός στόχος. Αν οι ευρύτερες αμερικανικές επιδιώξεις ευοδωθούν τότε ακόμη και το «κούρεμα» θα πάει περίπατο. Γι’ αυτό το λόγο είναι είτε αφελείς είτε εκ του πονηρού πολιτικές προτάσεις (όπως αυτή των ΑΝΕΛΛ και των ηγετικών κλιμακίων του ΣΥΡΙΖΑ) και προτάσεις πανεπιστημιακών οικονομολόγων (αρκετών με ριζοσπαστική αναφορά και ακόμη και μαρξιστικά καρυκεύματα) που προσβλέπουν σε αμερικανική χείρα βοηθείας.

Από την άλλη η ισχυροποιούμενη μέσα στο ΔΝΤ ομάδα των «νεο-αναδυόμενων» οικονομιών πιέζει από μία παραπλήσια με τις ΗΠΑ σκοπιά την ΕΕ. Και αυτή χρησιμοποιεί το ελληνικό πρόβλημα ως μέσο. Επιπλέον, επειδή είναι λιγότερη ισχυρή από τις ΗΠΑ φοβάται ότι με δικά της λεφτά (κεφάλαια που διαθέτει στο ΔΝΤ) τελικά μπορεί να ενισχύεται ο ανταγωνιστικός ιμπεριαλιστικός πόλος της ΕΕ. Μέρος αυτού του ζητήματος είναι και η αντιπαράθεση σχετικά με την αύξηση των ψήφων (δηλαδή της διοικητικής βαρύτητας) των «νεο-αναδυόμενων» οικονομιών (σε αντιστοίχιση με την αυξημένη οικονομική συνεισφορά τους στο ΔΝΤ) που πρέπει να γίνει σε βάρος της ΕΕ και την οποία η τελευταία υπονομεύει συστηματικά. Γι’ αυτό οι πιο έντονες κριτικές στο ελληνικό Μνημόνιο ως μη-βιώσιμο γίνονται από την ομάδα αυτή (ιδιαίτερα από την Βραζιλία).





ΙΙΙ. Η θεωρητική και πολιτική προέλευση της Μνημονιακής Στρατηγικής




Η θεωρητική και πολιτική προέλευση της Μνημονιακής Στρατηγικής και των ελληνικών Μνημονίων (Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής [Economic Adjustment Programmes]) βρίσκεται στα προγράμματα του ΔΝΤ έτσι όπως αυτά τυποποιήθηκαν ιδιαίτερα μετά την δεκαετία του 1980 (βλέπε Παπαδάτος (2013)). Tα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής (Structural Adjustment Programmes) του ΔΝΤ συγκροτήθηκαν από τα τέλη του 1980 εκφράζουν την προσπάθεια των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών πόλων (και φυσικά κυρίαρχα των ΗΠΑ) να διαχειρισθούν ζητήματα που προέκυπταν από την πολιτική της «παγκοσμιοποίησης»[5]. Μία σειρά οικονομίες κυρίως μεσαίου επιπέδου ανάπτυξης που είχαν αναπτυχθεί ραγδαία το προηγούμενο διάστημα – κερδίζοντας θέσεις στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας – έπρεπε να ελεγχθούν έτσι ώστε να μην απειλήσουν την δυτική ηγεμονία και ταυτόχρονα οι κρίσεις τις οποίες αντιμετώπιζαν να ελεγχθούν έτσι ώστε να μην πυροδοτήσουν γενικότερες αναφλέξεις αλλά και να ενισχύσουν την δυτική ηγεμονία.

Η θεωρητική βάση των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ δίνεται από την διαβόητη Συναίνεση της Ουάσιγκτον, δηλαδή το πλαίσιο συμφωνίας που επικράτησε στους μεγάλους παγκόσμιους οργανισμούς που εδρεύουν στην Ουάσιγκτον (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα) σχετικά με την διαχείριση των νέων παγκόσμιων προβλημάτων[6]. Σημειωτέον ότι η Συναίνεση της Ουάσιγκτον δεν είναι ένα ακραιφνώς νεοφιλελεύθερο δημιούργημα. Αντιθέτως, όπως επεσήμανε ο «νονός» του όρου J.Williamson, αποτελεί τα κοινά σημεία που επικράτησαν στους κύκλους των ορθόδοξων οικονομικών μετά την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων. Όμως αυτό δεν σήμαινε την εξάλειψη των κεϋνσιανών απόψεων αλλά αντίθετα την υποχώρηση τους (από την θέση της κυρίαρχης μεταπολεμικής οικονομικής θεωρίας) και τον συμβιβασμό τους με τη νέα ορθοδοξία. Έτσι, όπως και σε άλλους τομείς (π.χ. νέα μακρο-οικονομική συναίνεση) η πλειοψηφία του κεϋνσιανισμού συμβιβάσθηκε με την νέα ορθοδοξία (βλέπε Νέος Κεϋνσιανισμός).

Βασικά στοιχεία των πολιτικών της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον είναι (α) το άνοιγμα των οικονομιών στο διεθνές κεφάλαιο, (β) η ενίσχυση του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου τομέα και (γ) η μετατροπή χειμαζόμενων οικονομιών σε εξαγωγικές οικονομίες (export led growth).

Το άνοιγμα των οικονομιών στο διεθνές κεφάλαιο σημαίνει ότι προηγουμένως προστατευμένες καπιταλιστικές οικονομίες γίνονται τώρα πεδίο εκμετάλλευσης από τα κεφάλαια των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών πόλων. Αυτό φυσικά «στριμώχνει» τα εθνικά τους κεφάλαια και τα υποχρεώνει σε τουλάχιστον συνεταιρισμούς με τα κεφάλαια των διεθνών ιμπεριαλιστικών πόλων. Αφήνει φυσικά την ελπίδα (;) μίας αναβάθμισης των πρώτων μέσω της σύνδεσης με τα δεύτερα έστω και από υποδεέστερη θέση. Το διεθνές άνοιγμα της οικονομίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό για αρκετές κατηγορίες οικονομιών. Για πρώην «τριτοκοσμικές» οικονομίες σημαίνει ότι οι κρατικο-καπιταλιστικοί μηχανισμοί που είχαν οικοδομήσει – πολλοί συνδεόμενοι με το πάλαι ποτέ Ανατολικό μπλοκ – για να στήσουν την διαδικασία ανάπτυξης τους έπρεπε να κατεδαφισθούν γιατί εμπόδιζαν τα κεφάλαια των διεθνών ιμπεριαλιστικών πόλων[7]. Το ίδιο ισχύει και για απω-ανατολικού τύπου καπιταλισμούς (νεο-εκβιομηχανισμένες οικονομίες του 1980) που έχουν επίσης ένα πιο εθνικό και κρατικο-μονοπωλιακό πλαίσιο λειτουργίας από ότι ο δυτικός καπιταλισμός.

Η ενίσχυση του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου τομέα είναι συνέχεια του προηγούμενου στοιχείου. O δημόσιος τομέας εξάντλησε τη χρησιμότητα του από τη στιγμή που έθεσε τις βάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης και διασφάλισε την πορεία της (επωμιζόμενος και τα σχετικά αρχικά κόστη και κινδύνους π.χ. σε έργα υποδομής). Στη συνέχεια αυτά πρέπει να γίνουν πεδία ιδιωτικής κερδοφορίας. Με απλά λόγια μία σειρά οικονομικές δραστηριότητες που ενείχαν υψηλά αρχικά κόστη και κινδύνους έπρεπε να γίνουν από το κράτος ως συλλογικό κεφαλαιοκράτη (διασφαλιστή των συνολικών καπιταλιστικών συμφερόντων) έστω και αν αυτό σήμαινε ότι λειτουργούν με χαμηλό ή μηδαμινό ποσοστό κερδοφορίας και εργασιακής εκμετάλλευσης. Όμως από την στιγμή που οι οικονομικές αυτές δραστηριότητες εδραιώθηκαν και επιπλέον το σύστημα μπήκε σε κρίση υπερσυσσώρευσης (δηλαδή έλλειψης επαρκών πεδίων ικανοποιητικής κερδοφορίας), όπως μετά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1973, τότε πρέπει να παραδοθούν στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, τα ξένα κεφάλαια θα πρέπει να έχουν σημαντικό μερίδιο στην «πίτα» αυτή.

Η επίλυση της κρίσης χειμαζόμενων οικονομιών με την μετατροπή τους σε εξαγωγικές οικονομίες σημαίνει κυρίως τρία πράγματα. Πρώτον, το μισθολογικό κόστος πρέπει να μειωθεί δραματικά. Αυτό σημαίνει την μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και συνεπώς αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Δεύτερον, οι εργασιακές σχέσεις πρέπει να «απελευθερώνουν» δηλαδή να καταργηθεί κάθε σχεδόν προστασία της εργασίας και η εργασιακή διαδικασία να αφεθεί ελεύθερη στην πιο άγρια καπιταλιστική εκμετάλλευση. Τρίτον, οι «απελευθερωμένες» αυτές οικονομίες να γίνουν πεδίο εκμετάλλευσης τόσο των δικών τους κεφαλαίων αλλά και ιδιαίτερα των πολυεθνικών κεφαλαίων. Έτσι μέσω των «κοινωνικών χωματερών» (social dumping) δημιουργούνται νέα πεδία αυξημένης κερδοφορίας για το κεφάλαιο συνολικά και ιδιαίτερα για τα ασφυκτικά υπερσυσσωρευμένα πολυεθνικά κεφάλαια.

Υπάρχει άλλο ένα σημαντικό στοιχείο των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ που είναι σαφώς νεο-φιλελεύθερο. Τα Προγράμματα αυτά, όπως δείχνει η σχετική διεξοδικότατη μελέτη των Weisbrot et al. (2009), είναι σαφώς προ-κυκλικά* σε αντίθεση με τις Κεϋνσιανές αντιλήψεις. Η προ-κυκλικότητα πρακτικά σημαίνει ότι όταν μία οικονομία μπει σε κρίση η λύση είναι να βαθύνει η κρίση αυτή συνειδητά. Έτσι υποστηρίζεται ότι θα φθάσεις πιο γρήγορα στον «πάτο» και ταυτόχρονα η ανάκαμψη θα έρθει πολύ πιο γρήγορα και θα είναι επίσης πολύ ισχυρή (v-shaped recovery). Μάλιστα η άποψη αυτή υποστηρίζεται και από σχετικό στατιστικό εμπειρικό κανόνα (rule of thump). Η αντίληψη αυτή θα μπορούσε να παρομοιασθεί με ένα αεροπλάνο που κάνει βύθιση και υποτίθεται ότι όσο πιο απότομη είναι αυτή τόσο πιο απότομη θα είναι η άνοδος του στη συνέχεια. Με λίγα λόγια, η προ-κυκλική άποψη υποστηρίζει ότι άμεσα και εμπροσθοβαρώς πρέπει τόσο να αντιμετωπισθούν οικονομικές ανισορροπίες όσο και να διορθωθούν δομικά προβλήματα. Αντιθέτως, τα Κεϋνσιανά οικονομικά υποστήριζαν ότι πρώτα πρέπει να παρθούν αντι-κυκλικά μέτρα – δηλαδή να απαλυνθεί η κρίση – και στη συνέχεια να γίνουν δομικές αλλαγές για την αποφυγή μελλοντικών κρίσεων. Ουσιαστικά η προ-κυκλική άποψη κατανοεί με ένα παραμορφωμένο και προβληματικό τρόπο την Μαρξιστική θεωρία της κρίσης. Η τελευταία υποστηρίζει ότι ο μόνος δρόμος για να βγει το σύστημα από την κρίση είναι η δραστική απαξίωση κεφαλαίου (δηλαδή η μείωση της οικονομίας μέχρι να ξεπεράσει την υπερσυσσώρευση και να επανέλθει σε «υγιή» επίπεδα συσσώρευσης).





IV. Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά των ελληνικών Μνημονίων




Τα ελληνικά Μνημόνια ακολουθούν αλλά με σημαντικές τροποποιήσεις τις κατευθυντήριες των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ. Οι τροποποιήσεις προκύπτουν γιατί πρώτη φορά ένα τόσο μεγάλο πρόγραμμα επιβάλλεται σε μία αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Επίσης, πρώτη φορά ένα τέτοιο πρόγραμμα επιβάλλεται σε μία οικονομία που είναι μέλος μίας νομισματικής ένωσης σαν αυτή της ΟΝΕ). Τα στοιχεία αυτά, εκτός από τα πολιτικά προβλήματα, θέτουν και αρκετά τεχνικά ζητήματα.

Παραδοσιακά, τα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ είναι τριετή. Αντιθέτως, το ελληνικό Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής είναι τετραετές. Αυτό έγινε προφανώς γιατί το ελληνικό πρόβλημα είναι εξαιρετικά μεγάλο.

Επίσης, τα Προγράμματα του ΔΝΤ έχουν κλασσικά τους ακόλουθους άξονες:

(1) Δημοσιονομική Προσαρμογή: δηλαδή μείωση του δημόσιου τομέα (ακόμη και όταν δεν υπάρχει σημαντικό δημόσιο χρέος)

(2) Απελευθέρωση της Αγοράς Εργασίας: για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα

(3) Υποτίμηση του νομίσματος: επίσης για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα

(4) Άνοιγμα της οικονομίας στα διεθνή κεφάλαια

Οι δύο πρώτοι άξονες αποτελούν βασικούς πυλώνες των ελληνικών Μνημονίων. Ο τέταρτος άξονας δεν χρειάζεται τυπικά σημαντικές παρεμβάσεις καθώς η Ελληνική οικονομία στα πλαίσια της Κοινής Αγοράς είναι μία ανοικτή οικονομία. Βέβαια υπάρχει ο «σκοτεινός» τομέας (ιδιαίτερα των μη-διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών) όπου το ελληνικό κεφάλαιο με πραγματικά πανούργους τρόπους έχει καταφέρει (μέσω της «διαπλοκής») να κρατήσει απέξω τα διεθνή κεφάλαια. Στον τομέα αυτό τα ελληνικά Μνημόνια προβλέπουν μία σειρά στοχευμένα αλλά ταυτόχρονα προσεκτικά βήματα για να μην εξωθήσουν το ελληνικό κεφάλαιο στον τοίχο και του προκαλέσουν το «σύνδρομο της γάτας» (π.χ. η ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού τομέα).

Εκείνο όμως που λείπει από το ελληνικό Πρόγραμμα είναι ο τρίτος άξονας καθώς η χώρα είναι μέλος της Ευρωζώνης και συνεπώς δεν μπορεί από μόνη της να υποτιμήσει το νόμισμα της. Έτσι ένα τυπικό και αναγκαίο στοιχείο των προγραμμάτων του ΔΝΤ λείπει γεγονός που φορτώνει με ακόμη περισσότερα βάρη τους υπόλοιπους άξονες του προγράμματος. Ιδιαίτερα η αδυναμία συναλλαγματικής υποτίμησης οδηγεί σε ακόμη οξύτερες πολιτικές λιτότητας («εσωτερικής υποτίμησης») έτσι ώστε να αναταχθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Ένα άλλο στοιχείο των ελληνικών Μνημονίων ξεχωρίζει επίσης. Το ελληνικό Πρόγραμμα Προσαρμογής όχι μόνον είναι προ-κυκλικό αλλά είναι και εμπροσθοβαρές, δηλαδή ο μεγάλος όγκος των επώδυνων μέτρων του προβλέπεται για τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του. Αυτό, όπως έχει δημόσια δηλωθεί, έγινε κατ’ απαίτηση της ΕΕ και σε αντίθεση με την άποψη του ΔΝΤ. Το ΔΝΤ υποστήριζε ότι ένα υπερβολικά εμπροσθοβαρές πρόγραμμα θα βάθαινε την ύφεση περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Όμως η ΕΕ, θέλοντας να ξεμπερδεύει γρήγορα και να αποφύγει μετάδοση της κρίσης σε άλλες χώρες (κάτι που φυσικά για μία σειρά λόγους έγινε), επέβαλλε ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα.

Ο δεδηλωμένος στόχος των ελληνικών Μνημονίων είναι η αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης η οποία θεωρείται απλά ως μία κρίση χρέους (δηλαδή δεν συνδέεται με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2007)[8]. Δηλαδή το Πρόγραμμα θέλει να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους της ελληνικής οικονομίας που αποδίδεται πρωτίστως στα δημοσιονομικά ελλείμματα. Ταυτόχρονα όμως το πρόγραμμα θέλει να υλοποιήσει ένα δομικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σύμφωνα με τα πρότυπα των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ: δηλαδή θέλει να μετασχηματίσει τον ελληνικό καπιταλισμό από ένα κρατικο-κεντρικό σύστημα σε ένα ιδιωτικο-κεντρικό. Συνεπώς, η Μνημονιακή Στρατηγική έχει διπλό στόχο: (α) θέλει να αντιμετωπίσει ένα άμεσο πρόβλημα ρευστότητας (λόγω χρέους) και (β) θέλει να μετασχηματίσει δομικά τον ελληνικό καπιταλισμό (που σχηματικά εκφράζεται με τον στόχο της αύξησης της ανταγωνιστικότητας). Και όλα αυτά εν μέσω μίας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και μίας συνδεόμενης με αυτήν κρίση της ΕΕ. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα εξαιρετικά δύσκολο στόχο που δυστυχώς (όπως όλα σχεδόν τα προβλήματα του καπιταλισμού) περνά πάνω από την πλάτη του κόσμου της εργασίας: όσο δυσκολότερα το πρόβλημα και οι επιδιώξεις του συστήματος τόσο μεγαλύτερα βάρη για τους εργαζόμενους.

Αυτή η Μνημονιακή Στρατηγική οργανώνεται μέσα από τα δύο Προγράμματα Προσαρμογής (Μνημόνια) και τις πάμπολλες ενδιάμεσες αναθεωρήσεις τους. Το πρώτο Μνημόνιο ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2010, έδινε δάνεια 110 δις ευρώ (80 δις διακρατικά ευρωπαϊκά δάνεια και 30 δις του ΔΝΤ) με επιτόκιο 5.5% για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους και τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και είχε ένα χρονικό ορίζοντα (όσον αφορά τα δάνεια) μέχρι το 2013 οπότε υποτίθεται η Ελλάδα δεν θα χρειαζόταν στήριξη και θα μπορούσε μόνη της να δανεισθεί στις διεθνείς αγορές. Δηλαδή το δανειακό πρόγραμμα προβλεπόταν τριετές για την περίοδο 2010-13. Επιπλέον, προβλεπόταν ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2014 θα ήταν μικρότερο του 3% του ΑΕΠ. Επίσης προβλεπόταν ότι για τα πρώτα δύο χρόνια του προγράμματος θα υπήρχε συρρίκνωση της οικονομίας κατά περίπου 6.6% και θα ακολουθούσε αθροιστική μεγέθυνση 5,3% στην περίοδο 2012-14.

Πίνακας 3. Μακροοικονοµικό Πλαίσιο
200920102011201220132014
(ετήσια µεταβολή)
Πραγµατική ανάπτυξη του ΑΕΠ
-2
-4.0-2.61.12.12.1
Συµβολή εγχώριας ζήτησης-2.5-7.5-5.9-0.70.81.0
Καθαρή εµπορική συµβόλη0.73.53.21.71.41.1
              9.511.914.815.314.914.6
              1.31.9-0.41.20.70.9
Ανεργία
HICP πληθωρισµός (µέσος όρος)
Πηγή: Ελληνικές αρχές και οι υπηρεσίες της Ευρ. Επιτροπής


Όμως ήδη από την πρώτη αναθεώρηση του πρώτου Μνημονίου φάνηκε ότι οι προβλέψεις του ήταν τραγικά εξωπραγματικές. Έτσι προέκυψε το δεύτερο Μνημόνιο τον Ιούλιο του 2011 το οποίο έδινε 130 δις δάνεια (από τον νεοσυγκροτημένο EFSF και το ΔΝΤ) σε δόσεις μέχρι και το 2014 (δηλαδή το πρόγραμμα έγινε συνολικά τετραετές: 2010-14). Προβλεπόταν ξανά ότι στο τέλος του 2014 η οικονομία, μετά από βαθύτερη ύφεση, θα είχε επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το χρέος θα ήταν υπό έλεγχο και η χώρα θα μπορούσε να επιστρέψει στο δανεισμό από τις διεθνείς αγορές.


Table 4. Macroeconomic scenario main features
Real GDP (growth rate)200920102011201220132014
-3.2-3.5-6.9-4.70.02.5
Final domestic demand contribution*-3.6-7.0-10.0-7.2-1.41.5
Net trade contribution3.13.12.82.31.41.2
Employment  (growth rate)-0.7-1.9-6.3-4.8-0.21.6
Unemployment rate (percent of labour force)8.911.715.917.917.816.7
Compensation  of employees,  private sector per head0.6-0.3-3.2-13.0-3.8-2.2
Unit labour cost (growth rate)4.3-1.6-1.0-7.8-1.3-1.9
HICP inflation1.34.73.1-0.5-0.30.1
HICP inflation at constant taxes1.11.41.2-1.2-0.80.1
Current account balance (percent of GDP)-14.3-12.3-10.3-6.9-5.3-4.6
Net borrowing vis-à-vis RoW (percent of GDP)-13.3-10.6-8.3-4.8-3.1-2.4
Net external liabilities (percent of GDP)-112.9-101.9-116.0-88.1-90.0-89.6
General Government  deficit (percent of GDP)-15.8-10.6-9.3-7.3-4.6-2.1
General Government  primary surplus (percent of GDP)-10.6-5.0-2.4-1.01.84.5
General Government  debt (percent of GDP)129.3144.9165.3161.4165.4162.1
* Excluding change in inventories and net acquisition of valuablesSource: European Commission
Και οι προβλέψεις αυτές διαψεύσθηκαν γρήγορα, όπως έδειξαν και οι ενδιάμεσες επισκοπήσεις του προγράμματος, οπότε η τρόικα αναγκάσθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 να προχωρήσει στο «κούρεμα» του χρέους προς ιδιώτες της Ελλάδας (PSI) και ένα επιπλέον μικρό δάνειο προς την Ελλάδα για να μπορέσει η τελευταία να διαχειρισθεί τις εσωτερικές επιπτώσεις του «κουρέματος». Το νέο ορόσημο είναι το 2020 όπου υποτίθεται ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα είναι 120.5% του ΑΕΠ και ότι αυτό θα θεωρηθεί βιώσιμο χρέος από τις διεθνείς αγορές και συνεπώς θα ξαναρχίζουν να δανείζουν την Ελλάδα. Βέβαια το μέγεθος 120% είναι ένα «πολιτικό» μέγεθος καθώς εμπειρικά γνωρίζουμε ότι βιώσιμο είναι το χρέος της τάξης του 60-80% του ΑΕΠ. Το νούμερο 120% επιλέχθηκε γιατί τόσος είναι ο αντίστοιχος λόγος της Ιταλίας και η ΕΕ επ’ ουδενί δεν ήθελε να εμπλακεί η Ιταλία σε πρόγραμμα διάσωσης (για τον απλό λόγο γιατί η ΕΕ δεν διαθέτει τα αναγκαία κεφάλαια για μία τέτοιου επιπέδου «διάσωση»).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου