Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Εκτίμηση του Κόκκινου Τύπου για τα αποτελέσματα του Α' γύρου των εκλογών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

  
 
Σημείο 1οΤα αποτελέσματα των συγκεκριμένων εκλογών δεν μπορεί είναι εξ ορισμού θετικά ή αρνητικά. Αναγκαίο είναι το κριτήριο ή τα κριτήρια για να χαρακτηριστεί το αποτέλεσμα θετικό ή αρνητικό. Ένα βασικό κριτήριο θα μπορούσε να είναι αν τα αποτελέσματα συνιστούν κλονισμό της κυβέρνησης και της ηγεμονίας των αστικών πολιτικών δυνάμεων.
Η φθορά των κυβερνητικών δυνάμεων ήταν αντίστοιχη της ολομέτωπης επίθεσης στα εργατικά – λαϊκά στρώματα και τη νεολαία. Επιπλέον, τα αποτελέσματα δεν είναι δυνατό να αποτυπώσουν έναν ξεκάθαρο κλονισμό της αστικής πολιτικής ηγεμονίας καθώς έχουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα (τοπικότητα, συγγενικές σχέσεις) αλλά και γιατί η συγκυβέρνηση επέλεξε την πολύ έξυπνη τακτική να μην παρουσιάσει με φανατισμό κομματικούς υποψηφίους οι οποίοι θα ταυτίζονταν με την κυβερνητική αντζέντα ευθέως, αλλά άφησε όλα τα λουλούδια των υποτιθέμενων «ανεξάρτητων προερχόμενων από…» να ανθίσουν. Έτσι, αυτές οι (πολλές) περιπτώσεις συνδυασμών δεν πιστώνονταν πριν τις εκλογές σε ΝΔ – ΠΑΣΟΚ αλλά σε ΝΔ-ΠΑΣΟΚ τους πιστώνει τώρα το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Αν υιοθετηθεί σαν κριτήριο η αντιδραστική μετατόπιση του πολιτικού συστήματος τότε η απάντηση είναι μάλλον αρνητική αφού η έστω και οριακή άνοδος της Χ.Α υποδεικνύει παγίωση της επιρροής της.  
Τέλος, αν το κριτήριο είναι ο βαθμός καταδίκης του αντιδραστικού χαρακτήρα των θεσμών αυτοδιοίκησης ως ιμάντες υλοποίησης (σε τοπικό επίπεδο) της πολιτικής κυβέρνησης-E.E-κεφαλαίου, τότε, ως θετική κρίνεται η ενίσχυση των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής – επαναστατικής – κομμουνιστικής αριστεράς που αναδείκνυαν αυτό τον χαρακτήρα.
 
Σημείο 2ο. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρά τα αλλεπάλληλα «κλικ δεξιά», τις συνεργασίες με απολειφάδια του ΠΑΣΟΚ, φαίνεται πως στον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών δεν κατέγραψε την αγανάκτηση σε ποσοστά αντίστοιχα με τα αναμενόμενα. Θα πρέπει, ωστόσο, να αναλογιστούμε πως τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις αυτοδιοικητικές επιβεβαιώνουν, από την άλλη, πως δημιουργείται ένα ρεύμα υποστήριξής του. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πια το κόμμα του 4% αλλά ένα κόμμα με αυξημένη επιρροή που φαίνεται να εδραιώνεται σταδιακά στις τοπικές κοινωνίες και σαν άθροισμα στον ελληνικό λαό.  
 
Σημείο 3ο. Σε σχέση με τη ΝΔ, με βάση και τα όσα αναφέρονται στο «Σημείο 1ο» και παρά τα υψηλά ποσοστά που κατέγραψε σε ορισμένες περιφέρειες, το αποτέλεσμα αποτυπώνει την αδυναμία της να αποσπάσει την έγκριση και την ενεργητική στράτευση στην πολιτική που ακολουθεί όλο αυτό το διάστημα. Θα πρέπει να εκτιμήσουμε πως αυτή η τακτική στις αυτοδιοικητικές εκλογές εξυπηρέτησε το να μην εμφανίσει εικόνα καταποντισμού, τέτοια που θα οδηγούσε σε όλεθρο στις ευρωεκλογές (γι’ αυτό και ορίστηκαν οι ευρωεκλογές για τη δεύτερη Κυριακή και όχι για την πρώτη όπως προβλέπεται). Πήγε δηλαδή σεμνά και ταπεινά στις αυτοδιοικητικές για να μην δείξει φθορά και να συγκρατήσει το σχεδόν βέβαιο στραπάτσο των ευρωεκλογών. Υπό αυτή την έννοια το αποτέλεσμα για την ΝΔ είναι ευκαιριακά θετικό αποτυπώνοντας την αδυναμία ενεργητικής στράτευσης πλατιών λαϊκών στρωμάτων στην πολιτική του κεφαλαίου. Το ΠΑΣΟΚ-ΕΛΙΑ κρύβεται πίσω από την «επικοινωνιακή επιτυχία – μη αποτυχία» της ΝΔ αποσυντιθέμενο. Η ΔΗΜΑΡ φαίνεται και αυτή να κρύβεται πίσω από τους διάφορους «ανεξάρτητους ή κοινής αποδοχής» υποψήφιους που στήριξε.   
 
Σημείο 4οΑρνητικά θα πρέπει να αποτιμηθεί το γεγονός ότι το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής παγιώνει την επιρροή του στην ελληνική κοινωνία, σε ορισμένες περιοχές αλλά και στο σύνολο της επικράτειας την αυξάνει οριακά (από 441.017 ψήφους τον Ιούνιο του 2012 σε 457.893). Πρόκειται για ένα ποιοτικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να διερευνηθεί πέρα από την εύκολη ερμηνεία της «ψήφου διαμαρτυρίας».
Η Χ.Α εξακολουθεί να αποτελεί την πιο επικίνδυνη εφεδρεία του συστήματος, ακόμα και όταν  παίρνει τα χαρακτηριστικά διάχυσης σε άλλους δήθεν ακομμάτιστους συνδυασμούς (χαρακτηριστικό το παράδειγμα στον Πειραιά). Αποδεικνύεται πως μόνο "φούσκα" δεν ήταν η  εκλογική της καταγραφή στις βουλευτικές του '12, με την επιρροή της να γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη (παρά την ανάδειξη του ρόλου της ως δεκανίκι του συστήματος) σε συνδυασμό με τις πρακτικές της (δολοφονική επίθεση στο Πέραμα, δολοφονία Φύσσα κτλ ). Δεν μπορεί να υπάρξει εφησυχασμός αλλά απαιτείται η αντιμετώπιση του φαινομένου ως σημαντική πλευρά της αντικαπιταλιστικής πάλης.
 
Σημείο 5ο. Στοιχείο που θα πρέπει να επισημανθεί είναι πως το σύστημα φαίνεται να διευρύνει την γκάμα των εφεδρειών του. Στην ακροδεξιά Χ.Α και το «Ποτάμι» προστίθενται οι αχυράνθρωποι της showbiz και οι μπερλουσκονίσκοι (βλ. Πειραιά και Βόλο). Σε ορισμένες δε περιπτώσεις (Μώραλης στον Πειραιά) η διασύνδεση αυτών των εφεδρειών με τη Χ.Α είναι βέβαιη.
 
Σημείο 6ο. Σε σχέση με το ΚΚΕ ως θετική θα πρέπει να εκτιμηθεί η άνοδός συγκριτικά με την πτώση που κατέγραψε στις εθνικές εκλογές του 2012. Δεν ισχύει το ίδιο (με εξαίρεση την Πάτρα) αν τα αποτελέσματά του συγκριθούν με τα αντίστοιχα των προηγούμενων αυτοδιοικητικών εκλογών. Σε κάθε περίπτωση, η άνοδος που καταγράφει είναι εξαιρετικά αναντίστοιχη της συμβολής του στην ανάπτυξη των αγώνων των εργαζόμενων και της νεολαίας την προηγούμενη περίοδο.
 
Σημείο 7ο. Οι σύντροφοι και οι οργανωμένες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής – επαναστατικής – κομμουνιστικής αριστεράς έδωσαν μια μεγάλη μάχη ενιαία στις περιφέρειες (παρά τις όποιες αντιφάσεις και διαφοροποιήσεις σε λίγους δήμους και τις διαφοροποιήσεις που θα υπάρξουν στο β’ γύρο) πετυχαίνοντας αύξηση των δυνάμενων και ένα ποσοστό που προσεγγίζει το 2,5%. Φυσικά το ποσοστό αυτό δεν αντανακλά σε καμιά περίπτωση μια πλήρη στήριξη στο πρόγραμμα των μετώπων ή των οργανώσεων της επαναστατικής – αντικαπιταλιστικής – κομμουνιστικής αριστεράς, υποδεικνύει όμως την παγίωση των δεσμών του «χώρου» με τις τοπικές κοινωνίες και την αναγνωρισιμότητά του. Το χάσμα αυτό έχει να κάνει τόσο με αντικειμενικούς λόγους (ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας, αναιμική παρουσία τα προηγούμενα χρόνια) όσο και με υποκειμενικούς λόγους (αδυναμία συμβολής με μαζικούς όρους στην ανάπτυξη της ταξικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος, διαφοροποίηση πολλές φορές γύρω από το ρεφορμισμό κ.α) .
 
Σημείο 8. Η οριακή άνοδος της αποχής (38,44%) σε σχέση με το 2012 (37,51%) επιβεβαιώνει την τάση απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού και των θεσμών της αστικής πολιτικής.


kokkinostupos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου