Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Καταδικάζοντας την “καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται”




“Αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναντίον του λαού του, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με Βία. Ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η ίδια η Βία.” Τζον Λοκ  Δεύτερη πραγματεία περί διακυβερνήσεως
Η κυβέρνηση μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποφάσισε να παρουσιαστεί ως ο εγγυητής της δημοκρατικής νομιμότητας, ως «κέντρο» κι έστρεψε, έπειτα από ένα χρόνο καταστολής του «αριστερού άκρου» και της αντίστοιχης ακροδεξιάς κι αντικομμουνιστικής ρητορικής, την κρατική ισχύ προς το «δεξιό άκρο».

Η αμφισβήτηση της ηγεμονίας της κυβέρνησης και του κρατικού μονοπωλίου της βίας από τους ναζιστές, ο εμφύλιος στο αντεπαναστατικό στρατόπεδο, οι πιέσεις από το εξωτερικό αλλά και η εμπέδωση εκ νέου της νομιμότητας του κράτους έκτακτης ανάγκης απέναντι στα «άκρα» υπήρξαν οι βασικοί λόγοι αυτής της επίθεσης. Η επίθεση αυτή όμως, ακόμα κι αν έχει ως αποτέλεσμα την πίεση προς τους ναζί ή και την πολιτική τους εκμηδένιση, έχει πολύ πιο ουσιαστικές στοχεύσεις.
Κατά πρώτον η «εξάρθρωση» της χα εκτελείται με τέτοιο τρόπο ώστε να κρατήσει ζωντανή τη  ναζιστική εφεδρεία ως ιδεολογία και πρακτική. Η αποπολιτικοποίηση της διαδικασίας, ο διαχωρισμός σε νόμιμο κόμμα και εγκληματική οργάνωση, η αποφυλάκιση ηγετικών στελεχών, οι αργοί ρυθμοί στην ενοποίηση των υποθέσεων πιστοποιούν πως η «επιχείρηση χα ενώπιον του νόμου» εν δυνάμει παράγει τησοβαρή χα.
Κατά δεύτερον η έννομη βία και ο φορέας της-η αστυνομία-αποκαθάρεται(και καλά) από τα ναζιστικά «σταγονίδια». Με άλλα λόγια τα βασανιστήρια, η καταστολή, ο ρατσισμός και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης θα εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη πρακτική του «δημοκρατικού» κράτους, χωρίς όμως κανένας να μπορεί να κατηγορήσει για αυτό την επιρροή της χα. Η δημοκρατία του κράτους έκτακτης ανάγκης, το πολιτικό εποικοδόμημα της ταξικής ισορροπίας της κρίσης, είναι τώρα(για πόσο;) φαινομενικά καθαρή από ναζιστικούς λεκέδες κι έτοιμη να συνεχίσει ύστερα από ένα ευχάριστο διάλειμμα το τσάκισμα των πραγματικών ή δυνητικών εχθρών της.
Η κυρίαρχη αφήγηση που ενοχοποιεί για την κρίση την αριστερά και το προλεταριάτο είναι η μόνη δυνατή εκδοχή ανασύστασης του μπλοκ εξουσίας ανεξάρτητα από το πολιτικό υποκείμενο της. Η εποχή του κέντρου και της μετριοπάθειας έχει περάσει ανεπιστρεπτί για αυτό κι η ναζιστική συμμορία μοιάζει να διατηρεί δημοσκοπικά τον πολιτικό της χώρο και την κοινωνική της βάση, άσχετα αν αυτή έχει λουφάξει.
Έτσι έπειτα από δύο εβδομάδες θεαματικής διαχείρισης της «εξάρθρωσης της χα», έπειτα από τόνους υποκρισίας των τηλεαστέρων και κάποιες προφυλακίσεις ναζιστών, η επαναφορά της θεωρίας των 2 άκρων και η απαίτηση δηλώσεων μετανοίας κατά της βίας επανήλθε-αν έφυγε και ποτέ.
Ο Σαμαράς στο εσωκομματικό του διάγγελμα κι ο Δένδιας σε συνέντευξη του, κήρυξαν τον πόλεμο στους αμφισβητίες της έννομης τάξης. Θα ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς όλο αυτό ένα κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό ανάμεσα σε ΝΔ και Σύριζα, ακριβώς όπως ήταν λάθος να ιδωθεί η επιχείρηση κατά της χα σαν «κόλπο» αποπροσανατολισμού ή απόπειρα της κυβέρνησης να προσελκύσει τους φιλοναζί ψηφοφόρους. Αντίστοιχα η επαναφορά της «θεωρίας των 2 άκρων» δεν είναι απλά η προσπάθεια της ΝΔ να διατηρήσει ζωντανή την εμφυλιοπολεμική της αντικομμουνιστική ρητορεία ώστε να μην τρομάξει η ανθρώπινη σκόνη που την ακολουθεί από τον όψιμο κυβερνητικό «αντιφασισμό»( ο Κρανιδιώτης ως γνήσιο υποπροϊόν της ακροδεξιάς προσωποποιεί αυτή ακριβώς την τακτική).
Δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν  όλα αυτά, αλλά επιτέλους δεν περιορίζουμε την οπτική μας στο κοινοβούλιο όπως ο Σύριζα. Το κυρίαρχο προσωπικό της αστικής τάξης δεν πορεύεται με γνώμονα το κοινοβουλευτικό του όφελος, αντίθετα εκφράζει, κι επιβάλει μέσω του κράτους, έστω διαμεσολαβημένα, τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης κι από εκεί προκύπτει και το δικό του όφελος.
Βία και νομιμότητα
Οι επιδιώξεις της άρχουσας τάξης και του μπλοκ εξουσίας είναι πολύ απλά η πολιτική αντιστοίχηση του μονομερούς πολέμου που λαμβάνει χώρα στην κοινωνία των ιδιωτών. Η επίθεση στο προλεταριάτο και τους όρους ύπαρξης του είναι το περιεχόμενο της κρίσης αλλά ταυτόχρονα είναι και η αστική πολιτική διαχείριση της κρίσης. Η αλλαγή της ταξικής ισορροπίας παράγει τις αντίστοιχες μετατοπίσεις στο κρατικό εποικοδόμημα που (προσπαθούν να) οργανώνουν πολιτικά κι ιδεολογικά τη νέα ισορροπία, συντελώντας στην αναπαραγωγή της.
Η τυπική ισότητα απέναντι στο νόμο είναι πάντα η θεσμική έκφραση της πιο άγριας ανισότητας, απλά στην κρίση η διατήρηση των δικαιωμάτων της αστικής τάξης στην εκμετάλλευση ισοδυναμεί με την αφαίρεση ή τον περιορισμό αυτών των δικαιωμάτων από τους πληβείους. Η επιβολή μιας νέας ισορροπίας, η δυναμική «επιστροφή» της ταξικής αντίθεσης που στην ανάπτυξη και τη συνείδηση που παράγεται τότε, εμφανίζεται ως ενότητα,  προϋποθέτει βία. Συνεπώς θέτει εκ νέου το ζήτημα της βίας από τη σκοπιά όλων των τάξεων και των πολιτικών τους υποκειμένων.
Με αυτή την έννοια η εξίσωση του κινήματος στις Σκουριές, των ταξικών αγώνων(απεργίες-διαδηλώσεις) με τους μαχαιροβγάλτες με τα μαύρα που δρούσαν σε συνεργασία με την αστυνομία είναι μια ξεκάθαρη πολιτική απαίτηση υποταγής στη νομιμότητα, τα πλαίσια της οποίας ορίζονται από το κράτος, το δήθεν εκφραστή του γενικού συμφέροντος. Ταυτόχρονα αυτή η εξίσωση της βίας «απ΄όπου κι αν προέρχεται», δεν είναι απλά μια χοντροκομμένη θεωρία. Αυτή η χυδαία χοντροκοπιά είναι ο ορισμός της βίας από τη σκοπιά του αστικού συμφέροντος: βία είναι ανεξάρτητα από πράξεις, μέσα και σκοπούς, ό,τι είναι εκτός νομιμότητας, κάθε πράξη ή λόγος που στρέφεται ακόμα και συμβολικά εναντίον της νομιμότητας. Μια νομιμότητα που ορίζεται αυτοαναφορικά από το κράτος κι επιβάλλεται με τη νόμιμη βία που είναι νόμιμη γιατί μπορεί κι ορίζει τη νομιμότητα.
 Έτσι βία είναι κάλλιστα μια ειρηνική μαθητική κατάληψη,( το παράδειγμα της Λαμίας) μια διαδήλωση που παρακωλύει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων κι εμπορευμάτων, ακόμα όπως είπε κι ο Σαμαράς βία είναι η αμφισβήτηση της επιτυχίας της χώρας!
Το δίκαιο και ο νόμος εδράζονται πάντα στη βία κι έτσι ο νόμος δεν είναι παρά η ισχύς της επιβολής του. Κι επειδή ο νόμος, το κράτος και η νομιμότητα είναι πάντα ταξικά, το περιεχόμενο τους είναι η ικανότητα επιβολής του αστικού συμφέροντος-δικαιώματος στην εκμετάλλευση και η προβολή αυτού του μερικού συμφέροντος σαν γενικού. Αυτή η ανομολόγητη αλήθεια της βιαιότητας του νόμου, συσκοτίζεται την περίοδο της ομαλής αναπαραγωγής(λέγε με ανάπτυξη) μιας και η συνείδηση που παράγεται ομαλά στην αστική κοινωνία φετιχοποιεί αυτή την αλήθεια και αντιλαμβάνεται το ωμό συμφέρον του κεφαλαίου ως καθολικό. Την εποχή όμως της κρίσης ο νόμος αδυνατεί να παρουσιάζεται ως γενικό συμφέρον και προβάλει στην πιο καθαρή του όψη, αυτή της βίας.
Μιας βίας που επειδή είναι έννομη εμφανίζεται ως μη βία, άρα προφανώς και δεν καταδικάζεται από κάθε ηθικολόγο πασιφιστή. Την ίδια στιγμή η ενδοοικονομική βία(ανεργία, φτώχεια κτλ) που στην κρίση ισοδυναμεί με την εξόντωση αυτών που περισσεύουν (και στις μητροπόλεις όχι μόνο στην περιφέρεια) συνεχίζει να παρουσιάζεται και να επιβάλλεται ως φυσική κατάσταση.
Η αστική αντίληψη για τη βία ακριβώς επειδή εμβαπτίζεται στο υπαρξιακό συμφέρον της αστικής τάξης, καταδεικνύει το σάπιο χαρακτήρα των αξιών της και δεν είναι τίποτα άλλο παρά χυδαία απολογητική της κοινωνικής βαρβαρότητας. Καθόλου περίεργο λοιπόν που για την αστική διανόηση η βία είναι ίδια, ανεξάρτητα από το αν στρέφεται ενάντια σε πράγματα ή σε ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν είναι συμβολική ή πραγματική, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για βία ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας, βία νομιμοποιημένη ακόμα κι από τον αστικό διαφωτισμό. Έτσι για τους καθηγητάδες και τους καθεστωτικούς δημοσιογράφους βία είναι τα συνθήματα, οι απεργίες ακόμα και η ριζοσπαστική κριτική αλλά δεν είναι τα χημικά, τα βασανιστήρια και το αλύπητο ξύλο των ένστολων ορδών. Ίσα-ίσα που η αστυνομία αποτελεί ως φορέας βίας, την κορωνίδα της δημοκρατίας, το πνεύμα και το σώμα του κράτους.
Φυσικά για την κυρίαρχη συνείδηση βία δεν είναι η εκατόμβες των μεταναστών στα σύνορα της Ευρώπης-φρούριο ακόμα κι αν μπροστά τους βλέπουν τα πτώματα αυτών που χωρούν στην πολιτισμένη Ευρώπη είτε ως σκλάβοι αφεντάδων, είτε ως κρατούμενοι των στρατοπέδων, είτε ως νεκροί. Βία είναι η δίκαιη εξέγερση των μεταναστών στο κολαστήριο της Αμυγδαλέζας, αλλά όχι φυσικά η ίδια η Αμυγδαλέζα, ενώ όποιος κρίνει αυτή τη βαρβαρότητα μάλλον «δεν καταδικάζει τη βία» άρα εγκαλείται από την αγία νομιμότητα.
Αυτός ο παραλογισμός, αυτή η ανιστορική μεταφυσική προσέγγιση της βίας όπως και η αυτοαναφορικότητα της έννομης τάξης( είναι έννομη γιατί είναι νόμιμη, είναι νόμιμη γιατί είναι έννομη) δεν οφείλονται σε κάποια υποκειμενικά χαρακτηριστικά των αστών πολιτικών, δεν είναι απόρροια της διανοητικής τους τεμπελιάς. Είναι η «θεωρητική» υπεράσπιση της κοινωνικής διαίρεσης που αναπαράγεται μέσω της βίας και που αποτελεί την πραγματικότητα, πέρα από ωραιοποιήσεις. Μας λένε κατάμουτρα «πως η βία είναι μια παρέκκλιση από ένα πλαίσιο ειρηνικών διευθετήσεων» τη στιγμή που υλοποιούν με όπλο την κρατική βία, μια βίαιη αλλαγή των όρων ύπαρξης κι αναπαραγωγής εκατομμυρίων ανθρώπων.
Δεν είναι καθόλου περίεργο που η αστική διανόηση και το κράτος, όσο και αν θέλουν να παρουσιάζονται ως ουδέτεροι ή απλοί υπερασπιστές της έννομης τάξης πέρα «από χρώμα και πολιτική»  όσο και να συσκοτίζουν την πρωτογενή βία, αδυνατούν να κρύψουν τη μονομέρεια τους. Γιατί αυτή ακριβώς η μονομέρεια που εκφράζεται με την άνευ όρων υπεράσπιση των δικαιωμάτων της αστικής τάξης ή με τη συμπάθεια στο δεξιό άκρο, αποτελεί το περιεχόμενο της «ουδετερότητας». Από τους μπάτσους και τους φασίστες στο δρόμο, από τους οργανικούς τους διανοούμενους που νοσταλγούν την ευνομία του μετεμφυλιακού κράτους, μέχρι το Στουρνάρα και το Σαμαρά που θεωρούν αυτονόητο να τσακιστεί το προλεταριάτο στο βωμό της ανάπτυξης, η λατρεία της έννομης βίας αποτελεί τη συγκολλητική τους ουσία. Είναι η διαλεκτική πορεία της σκέψης του γελοίου αναλυτή της Καθημερινής: από το αυτονόητο της διάσωσης των τραπεζών, στη σοβαρή χα και τον εθνικισμό που δεν είναι ντροπή.
Αυτή η λατρεία της έννομης βίας(που πάει χέρι-χέρι με τη λατρεία του κεφαλαίου), η λατρεία της αστυνομίας και των σωμάτων ασφαλείας συνοδεύεται πάντοτε από ουρλιαχτά για καταδίκη της βίας. Γιατί όσο η βία καταδικάζεται, τόσο το μονοπώλιο της βίας από το κράτος επιβεβαιώνεται και τόσο το ίδιο γίνεται πιο βίαιο, επεκτείνοντας καταχρηστικά το μονοπώλιο του σε νέες περιοχές, συγχωνεύοντας τη βία που συντηρεί με τη βία που θεσπίζει παράγοντας νέα νομιμότητα μέσα από τις συνεχείς παραβιάσεις της προηγούμενης.
Επομένως θα πρέπει ξεκάθαρα να αντιληφθούμε πως η εμμονή «στην καταδίκη της βίας» ισοδυναμεί όχι μόνο με εξίσωση της δίκαιης και της άδικης βίας αλλά με υποταγή στην κρατική βία, με τον ευνουχισμό δηλαδή κάθε απελευθερωτικού-επαναστατικού εγχειρήματος.
Η τυπική ισότητα απέναντι στο νόμο, αυτή η φετιχοποιημένη θέσμιση της ανισότητας, προϋποθέτει βία, στηρίζεται στη βία(φυσική κι οικονομική, ρητή κι άρρητη) κι ανατρέπεται μόνο με τη βία. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε πως στην όμορφη κι ειρηνική κοινωνία μας, το  δικαίωμα του καπιταλιστή συγκρούεται με το δικαίωμα του εργάτη. Κι ανάμεσα σε ίσα δικαιώματα αποφασίζει η βία. Και κανείς δεν μπορεί να παριστάνει εσαεί τον ουδέτερο.
Για τους κομμουνιστές η βία δεν είναι αυτοσκοπός για αυτό και το ταξικό μίσος συνοδεύεται από το όραμα μιας κοινωνίας δίχως βία. Δεν καταδικάζουν όμως τη βία, δεν εξισώνουν τη βία των καταπιεσμένων με αυτή των καταπιεστών, δεν είναι κατά της βίας από θέση αρχής, γιατί γνωρίζουν πως αυτού του είδους οι εξισώσεις κρύβουν το πραγματικό πρόσωπο της πρωτογενούς βίας και άρα είναι στην ουσία τους πιο βίαιες από την επαναστατική αντιβία και την υπεράσπιση της.
Στα κελεύσματα των πασιφιστών, οι κομμουνιστές απαντούν με μια σαρωτική κριτική της χυδαίας ουδετερότητας, στις προσταγές των αφεντάδων με τόλμη και θάρρος. Κρατούν άσβεστη τη φλόγα των Γιακωβίνων και των Αβράκωτων, του Μπαμπέφ και του Μπλανκί, γιατί  ξέρουν καλά, αυτό που οι αστοί δε θέλουν να θυμούνται: πως η πολιτική αντιβίαμετατρέπει τα θύματα σε συνειδητά δρώντα υποκείμενα και πως οι επαναστάσεις, όπως η Γαλλική που θεμελίωσε πολιτικά τον καπιταλισμό, είναι πάντοτε βίαιες και παράνομες, αλλά όποτε νικούν  παράγουν δίκαιο. Και τότε ποιος θα βρεθεί να τις καταδικάσει;
Άκης Τζάρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου