Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (3ο μέρος)

Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης

3. Το αντάρτικο σαν πολιτικός καταλύτης

Ο επαναστατικός πόλεμος δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να θριαμβεύσει χωρίς μερικές συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές. Οι αντικειμενικές συνθήκες στη Λατινική Αμερική είναι τύπου συγκροτησιακού (η αθλιότητα των μαζών, η εκμετάλλευση η υπο-ανάπτυξη, οι παλιές κοινωνικές σχέσεις κλπ.) ή συνεπόμενου (οικονομικές κρίσεις, δικτατορικό καθεστώς, απουσία των νόμιμων δρόμων). Στο Ανταρτοπόλεμος, ο Τσέ παρουσιάζει τα δικτατορικά πολιτικά επακόλουθα σαν όρο Sine qua non (εκ των ών ούκ άνευ) για την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα. 

"Οταν μια κυβέρνηση ανέλθει στην εξουσία με λαϊκή ετυμηγορία, νοθευμένη ή όχι, και κρατάει μια επιφάνεια τουλάχιστον συνταγματικής νομιμότητας, ο σπόρος του αντάρτικου δεν μπορεί να σκάσει, επειδή όλες οι δυνατότητες της νόμιμης πάλης δεν έχουν εξαντληθεί". (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, "Οι γενικές αρχές του Ανταρτοπολέμου", σελ. 40, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Αλλά στα κατοπινά του κείμενα πάει να δώσει ολιγότερη σημασία στη νόμιμη ή μή επιφάνεια του υπάρχοντος ολιγαρχικού καθεστώτος.


Οσο για τις υποκειμενικές συνθήκες, υπάρχουν βασικά δύο που είναι συμπληρωματικές και που ενισχύονται κατά την πορεία της πάλης.
- Η συναίσθηση της ανάγκης της επαναστατικής αλλαγής του καθεστώτος.

- Η συναίσθηση της δυνατότητας αυτής της αλλαγής.


Η δύναμη της ολιγαρχίας βασίζεται (μεταξύ άλλων) ακριβώς στην απουσία αυτών των όρων: πάνω στην ιδεολογική αλλοτρίωση των λαϊκών μαζών (ή) στο φόβο τους της ένοπλης δύναμης του αστικού κράτους. Η πλάνη των αισιόδοξων ελπίδων αστραπιαίας νίκης, που κατείχε το εκστρατευτικό σώμα του Granma το Δεκέμβριο του 1956 εξεπήγαζε από την άγνοιά τους του ρόλου του δεύτερου υποκειμενικού όρου: ο κουβανέζικος λαός είχε συναίσθηση της ανάγκης αλλαγής, μα του έλειπε η βεβαιότητα των δυνατοτήτων του, να γίνει η αλλαγή. (σσ Πολιτικά Κείμενα: "Το Μαρξιστικό Λενινιστικό Κόμμα", τομ. Α΄, σελ. 203, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, Επίσης Στρατιωτικά Κείμενα: "Η κατανόηση της ποικιλίας στις σχέσεις των δυνάμεων", σελ. 212, Εκδ. Καρανάση).


Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι τα κόμματα και οι επαναστατικοί αρχηγοί οφείλουν να περιμένουν με σταυρωμένα χέρια την ωρίμανση και την ανάδυση αυτών των συνθηκών. Ενάντια προς μια παρόμοια νεο-καουτσκική παθητικότητα (συστατικό πλατιών τομέων της παραδοσιακής αριστεράς στη Λατινική Αμερική), εναντίον του αναβλητισμού των επαναστατών ή ψευτο-επαναστατών που δικαιολογούν την απροσεξία τους, ισχυριζόμενοι ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει κατά του κανονικού στρατού, χωρίς να υπολογίσουμε εκείνους που περιμένουν να βρούν συγκεντρωμένες κατά μηχανιστικό τρόπο όλες τις συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές, χωρίς να μεριμνήσουν για να τις επιταχύνουν", ο Τσέ επιμένει πάνω σε τούτα τα κεφαλαιώδη μαθήματα που δίδαξε η κουβανέζικη επανάσταση.


- Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο κατά του στρατού.

- Δεν πρέπει να περιμένουμε να συγκεντρωθούν όλες οι συνθήκες για να αρχίσουμε την επανάσταση, η επαναστατική εστία μπορεί να συντελέσει στο να τις κάνει να ξεπηδήσουν. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 39, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).


Με άλλα λόγια, με τη δράση του την πολιτικο-στρατιωτική, το αντάρτικο αφαιρεί το προσωπείο από την εξουσία (την υποχρεώνει να αποκαλύψει την γυμνότητα της βίαιης δικτατορίας της) και συγχρόνως καταδεικνύει τα τρωτά της την αδυναμία της, καθώς και την ατιμωρησία και το ακατανίκητο του αντάρτικου, φτιάχνει έτσι την επαναστατική συνείδηση και το μαχητικό ενθουσιασμό των λαϊκών μαζών και επιτρέπει το ξέσπασμα και την εμφύτευση του δεύτερου υποκειμενικού όρου: την πεποίθηση ότι η νίκη των καταπιεστών είναι δυνατή. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 214, Πολιτικά Κείμενα: "Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα", σελ. 173, Εκδ. Καρανάση).


Υστερα από όσα ειπώθηκαν, ο Τσέ δεν είναι καθόλου εθελοντάκιας και δηλώνει ρητά πώς δεν φτάνει μόνο η ώθηση της αντάρτικης εστίας, για να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες για την επανάσταση. Για να φτιαχτεί και να σταθεροποιηθεί η πρώτη εστία, πρέπει μερικοί όροι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί να έχουν ήδη προσφερθεί - όροι που πρέπει να καθοριστούν με μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης καταστάσεως. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. "Οι γενικές αρχές του ανταρτοπόλεμου", σελ. 40, Εκδ. Καρανάση 1972).


Η θέση του Τσέ είναι λοιπόν ακριβώς η θέση της μαρξιστικής διαλεκτικής που ξεπερνάει συγχρόνως το μηχανιστικό ματεριαλισμό ("οι συνθήκες καθορίζουν το ιστορικό προτσές") και τον αφηρημένο ιδεαλισμό (πού διακηρύττει την παντοδυναμία της θέλησης): η πράξη της επαναστατικής πρωτοπορείας γεννιέται από τις δοσμένες συνθήκες και δημιουργεί νέες συνθήκες. Με το ρόλο αυτό στη συνείδηση των λαϊκών μαζών, το αντάρτικο λειτουργεί, σαν δρών καταλύτης, κείνο το μικρό εξωτερικό στοιχείο που εισερχόμενο σε ένα "ευνοϊκό περιβάλλον" προκαλεί την αποκρυστάλλωσή του και την πόλωση. Παίζει έτσι αποφασιστικό πολιτικό ρόλο, όχι μόνο στην περιοχή, που προσβάλλεται αμέσως από τις ενέργειές του, αλλά επί εθνικού επιπέδου (ή ηπειρωτικού) ολόκληρου. Αναπολώντας στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την 13 Ιουνίου του 1967 τη σπασμωδική πολιτική της χώρας επακόλουθο των πρώτων νικών του αντάρτικου, ο Τσέ προσθέτει: "λίγες φορές είδαμε τόσο καθαρά την καταλυτική δύναμη του αντάρτικου" (σσ Ημερολόγιο Βολιβίας, σελ. 147-148, Εκδ. Καρανάση, 1970. Κοίταξε και την έκκληση του Σ.Ε.Α. (Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης) στους μεταλλωρύχους της Βολιβίας, όπου ο Τσέ γράφει ότι το αντάρτικο "θα γίνεται όλο και πιό δυνατό εις βάρος του εχθρικού στρατού, και θα χρησιμεύσει σαν δρών καταλύτης για την επαναστατική φλόγα των μαζών ωσότου δημιουργηθεί μια επαναστατική κατάσταση μέσα στην οποία η κρατική εξουσία θα καταρρεύσει με ένα και μόνο αποτελεσματικό χτύπημα, που θα καταφερθεί την κατάλληλη στιγμή". Εκλεκτά Εργα: σελ. 186, Εκδοση Ν. Υόρκης).

Χάρη στην επενέργειά του σαν καταλύτη και την πολιτικο-στρατιωτική του δραστηριότητα, το αντάρτικο μπορεί σιγά - σιγά να κερδίσει την υποστήριξη των χωρικών, για να γίνει τελικά, στα μάτια των λαϊκών μαζών της πόλης και της υπαίθρου, η ένοπλη έκφραση της ταξικής τους πάλης, και η συγκεκριμένη πολιτική εναλλαγή στην εγκατεστημένη εξουσία. Για να γίνει καταληπτό αυτό το προτσές, πρέπει να εξεταστεί από κοντά η συγκρότηση των δεσμών που συνδέουν το αντάρτικο με το λαό, και πρώτα απ΄ όλα στην ύπαιθρο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου