Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Λογοκρισία με «αντιρατσιστικό» πρόσημο;





του Τάσου Κωστόπουλου

Οποτε έφτασαν στο εδώλιο υποθέσεις με περιεχόμενο ομοειδές με αυτό του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, τουλάχιστον οι πρωτοβάθμιοι δικαστές ερμήνευσαν τις υφιστάμενες ποινικές διατάξεις με τρόπο που πρόδιδε μια σαφώς ακροδεξιά στράτευση.  
  
Μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη για την επιστημονική έρευνα και τις δημοκρατικές ελευθερίες στην Ελλάδα κυοφορείται τούτες τις μέρες: η ενσωμάτωση στο υπό ψήφιση αντιρατσιστικό νομοσχέδιο της ποινικοποίησης κάθε «κακόβουλης αμφισβήτησης» των γενοκτονιών που διέπραξαν οι ναζί, μαζί με την επιχειρούμενη από τα δεξιά διεύρυνση αυτών των διατάξεων για τη βίαιη επιβολή της άποψης περί «γενοκτονίας» των Ελληνορθόδοξων Ποντίων και Μικρασιατών.


Παρά τις όποιες αρχικές προθέσεις των δημιουργών του, η πρακτική εφαρμογή ενός ποινικού νόμου εξαρτάται συνήθως από δύο παράγοντες: τις διωκτικές αρχές ή τους πολίτες που θα θέσουν σε κίνηση την επιβολή του, κυρίως όμως το δικαστικό σώμα που θα παράγει το τελικό corpus ετυμηγοριών με το οποίο οι επίμαχες διατάξεις θ’ αποκτήσουν πραγματική υπόσταση, επιβάλλοντας καταναγκασμούς και ρυθμίζοντας κοινωνικές συμπεριφορές. Στο ζήτημα που μας αφορά, το μητρώο της ελληνικής Δικαιοσύνης είναι, δυστυχώς, εξίσου μαύρο μ’ εκείνο της Χρυσής Αυγής. Οποτε έφτασαν στο εδώλιο υποθέσεις με περιεχόμενο ομοειδές μ’ αυτό του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, τουλάχιστον οι πρωτοβάθμιοι δικαστές ερμήνευσαν τις υφιστάμενες ποινικές διατάξεις με τρόπο που πρόδιδε μια σαφώς ακροδεξιά στράτευση:

Ποινικοποίηση της έρευνας

*Το 1992 διαδοχικές δίκες οδήγησαν σε ισάριθμες καταδίκες (για «διασπορά ψευδών ειδήσεων» και «πρόκληση πολιτών σε διχόνοια») μελών αριστερών οργανώσεων που διακινούσαν προκηρύξεις, αφίσες ή βιβλία στα οποία αναφερόταν η ύπαρξη μειονοτήτων και φασιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα ή διατυπώνονταν διαφωνίες με την εθνικιστική έξαρση της εποχής. Σε μια απ’ αυτές τις υποθέσεις, το κατηγορητήριο στηρίχτηκε σε προανακριτική κατάθεση του Κώστα Πλεύρη, τον οποίο ο εισαγγελέας είχε καλέσει στην προδικασία ως βασικό μάρτυρα κατηγορίας με την ιδιότητα του «ειδήμονος» περί τα εθνικά ζητήματα. Σε μια άλλη, η απόφαση περί «πρόκλησης σε διχόνοια» βασίστηκε στην οργανωμένη προπηλάκιση των κατηγορουμένων από τα μέλη μιας ακροδεξιάς οργάνωσης («Αντικομμουνιστική Σταυροφορία») μ’ επικεφαλής έναν ιδιοκτήτη πορνομάγαζου με πλούσιο ποινικό μητρώο. Σε μια τρίτη, πανεπιστημιακός καθηγητής Ιστορίας που κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης άκουσε από το στόμα της προέδρου ότι «κανονικά» δεν θα ‘πρεπε να του επιτρέπεται να διδάσκει.

* Το 2001 ο Ελληνας εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Γραφείου για τις Λιγότερο Διαδεδομένες Γλώσσες καταδικάστηκε για «διασπορά ψευδών ειδήσεων». «Ψευδή είδηση» το δικαστήριο θεώρησε την (παράλληλη προς τα ελληνικά) ομιλία, από μερίδες Ελλήνων πολιτών, της τουρκικής, πομάκικης, βλάχικης, αρβανίτικης και σλαβομακεδονικής γλώσσας.

* Το 2010 ήταν η ίδια η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αυτή που με την απόφασή της για το βιβλίο του Πλεύρη «Οι Εβραίοι» επικύρωσε τα πιο ακραία αντισημιτικά κηρύγματα, αποφαινόμενη ότι φράσεις όπως «έτσι θέλουν οι Εβραίοι. Διότι μόνον έτσι καταλαβαίνουν: εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα» δεν καλύπτονται απλώς από την ελευθερία του λόγου αλλά συνιστούν εύλογη αντίδραση ενός «Ελληνα εθνικιστή» (κι όχι ναζιστή ή φασίστα) στις «επιδιώξεις [των Εβραίων] για παγκόσμια κυριαρχία, τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για την ευόδωση αυτών και τη συνωμοτική τους δράση»!

Δεν χρειάζεται, νομίζω, ιδιαίτερη φαντασία για να προβλέψει κανείς προς ποια κατεύθυνση είναι πιθανότερο να εφαρμοστεί προνομιακά η επαγγελλόμενη ποινικοποίηση της ιστορικής έρευνας και συζήτησης. Η προθυμία με την οποία οι κάθε λογής εκφραστές της εγχώριας εθνικιστικής Ακροδεξιάς σέρνουν τους εκφραστές αντίθετων απόψεων στα δικαστήρια είναι επιβεβαιωμένη, όπως κι ο ενδοιασμός των ιδεολόγων αντιφασιστών να συνδράμουν κάθε δικαστικό περιορισμό της ελευθερίας του λόγου. Υπάρχει, τέλος, ένα πολλαπλά διδακτικό ιστορικό προηγούμενο διαστροφής «αντιφασιστικού» νόμου από μια αντιφρονούσα Δικαιοσύνη: η νομοθεσία για τον ποινικό κολασμό των δωσίλογων της Κατοχής από ένα σημείο και μετά εφαρμόστηκε κυρίως για τη δίωξη και καταδίκη αγωνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, με την αναγόρευση των εμφύλιων ενδοαντιστασιακών συγκρούσεων του 1943-44 σε αντικειμενική (ή και υποκειμενική) «συνεργασία [τους] με τον εχθρό».

Αντίθετα αποτελέσματα

Καλά όλα αυτά, θα πει κανείς, αλλά δεν χρειάζεται ποινικό κολασμό η προσβολή της μνήμης των εκατομμυρίων θυμάτων του ναζιστικού Ολοκαυτώματος; Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια ποινικοποίηση θα επιφέρει τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα απ’ ό,τι επιδιώκει. Μια αλήθεια που χρειάζεται δικαστική προστασία για να επιβληθεί, δίνει αυτόματα την εντύπωση πως αυτοαναιρείται. Τα βλακώδη επιχειρήματα των αρνητών του Ολοκαυτώματος δεν είναι δυνατό ν’ αναιρεθούν αποτελεσματικά παρά μόνο με την παράθεση πειστικών αντεπιχειρημάτων (που η Ιστορία προφέρει, δυστυχώς, άφθονα). Προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί, ωστόσο, η δυνατότητα ελεύθερης διατύπωσης του λόγου των αρνητιστών, ώστε να μπορεί ν’ απαντηθεί επί της ουσίας. Η ουσιαστική παρεμπόδιση της δημόσιας συζήτησης από τον ποινικό νόμο θα μεταφέρει αντίθετα την όλη αντιπαράθεση από τον χώρο της ορθολογικής ανταλλαγής επιχειρημάτων στον (απείρως προσφορότερο για τους ναζί) χώρο των υπονοουμένων, με τον αρνητισμό να επικαλείται επιπλέον το φωτοστέφανο μιας «απαγορευμένης αλήθειας». Η δικαστική «προστασία» θα παράγει, τέλος, αναπόφευκτα φαινόμενα πνευματικής νωθρότητας στους επιστημονικούς και αντιφασιστικούς κύκλους, καθιστώντας τους μεσοπρόθεσμα λιγότερο ικανούς ν’ αντιμετωπίσουν πειστικά τη ναζιστική προπαγάνδα. Πόσοι αξιοπρεπείς, σοβαροί ιστορικοί θα καταδεχτούν να πάρουν μέρος σε μια δημόσια αντιπαράθεση με την «πλάτη» του εισαγγελέα;

Διαφορετικής τάξης προβλήματα θα προκύψουν από την ποινικοποίηση της επιστημονικής και δημόσιας συζήτησης για τη μικρασιατική και ποντιακή τραγωδία. Στην περίπτωση της Μικρασίας, οι μόνες βιαιότητες σε βάρος αμάχων που έχουν διεθνή νομική αναγνώριση είναι όχι η «γενοκτονία» τής εκεί ελληνικής μειονότητας αλλά, αντίθετα, τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα σε βάρος του ντόπιου τουρκικού πληθυσμού. Η Συνθήκη της Λοζάνης του 1923, το νομικό δηλαδή κείμενο που έχει αναγορευτεί σε ακρογωνιαίο λίθο της εθνικής επιχειρηματολογίας, περιέχει ειδικό άρθρο (§59) όπου η Ελλάδα αναγνωρίζει την ενοχή της για «πράξεις του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως αντιθέτους προς τους νόμους του πολέμου» και την υποχρέωσή της να καταβάλει αποζημιώσεις στην Τουρκία, τις οποίες όμως η τελευταία αποποιείται «λαμβάνουσα υπ’ όψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος». Περί γενοκτονίας -ή έστω σφαγών- του ελληνικού πληθυσμού, στη συνθήκη που επισφράγισε τους ελληνοτουρκικούς πολέμους του εικοστού αιώνα, δεν υπάρχει ούτε λέξη.

Πρόκειται φυσικά για κείμενο σκοπιμότητας, το οποίο αντανακλούσε τον συσχετισμό δυνάμεων την επαύριον της πανωλεθρίας των ελληνικών όπλων αλλά και τις επικρατούσες νομικές αντιλήψεις της εποχής περί εθνικής κυριαρχίας.

Γενοκτονίες

Κείμενα σκοπιμότητας, κι όχι προϊόντα επιστημονικής έρευνας, είναι ωστόσο και οι αποφάσεις της ελληνικής Βουλής με τις οποίες «αναγνωρίστηκαν» οι «γενοκτονίες» των ελληνορθόδοξων Ποντίων (Ν. 2193/1994) και Μικρασιατών (Ν. 2645/1998). Μια απλή ανάγνωση των σχετικών πρακτικών αρκεί για να διαπιστώσει κανείς τις πολιτικοϊδεολογικές προκαταλήψεις και τις πελατειακές εκπροσωπήσεις που επέβαλαν αυτές τις αποφάσεις, αλλά και την εξαιρετικά προβληματική σχέση των τελευταίων με την ιστορική αλήθεια. Για να σταθώ σ’ ένα μονάχα, εμβληματικό σημείο: ο περίφημος αριθμός των 353.000 νεκρών Ποντίων που περιέχεται στην εισηγητική έκθεση του Ν. 2193 (διά χειρός Ακη Τσοχατζόπουλου) κι έχει αναγορευθεί σε τοτέμ της εθνικής ποντιολογίας (των σχολικών βιβλίων μη εξαιρουμένων), δεν αποτελεί προϊόν κάποιας αξιόπιστης καταμέτρησης αλλά αυθαίρετη προσθήκη 50.000 «νεκρών» στα 303.238 «θύματα» -όχι μόνο νεκρούς αλλά και απλώς εκτοπισμένους- που πρόβαλε εν έτει 1922 μια εξόφθαλμα προπαγανδιστική (και άκρως ανακριβής) ανεπίσημη «Μαύρη Βίβλος». Η επίσημη προβολή τού εν λόγω αριθμού γελοιοποιεί παντελώς την εθνική επιχειρηματολογία, αφού η υπηρεσιακή απογραφή πληθυσμού του Πατριαρχείου κατέγραψε το 1912 στον Πόντο 397.164 Ελληνορθοδόξους, στη δε Ελλάδα απογράφηκαν το 1928 συνολικά 182.169 Πόντιοι πρόσφυγες – στους οποίους θα πρέπει να προστεθούν (ως επιζήσαντες) οι κάτοικοι ουκ ολίγων ποντιακών οικισμών που αναγράφονται λανθασμένα στα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής ως «γηγενείς», οι ενδιάμεσοι φυσικοί θάνατοι και οι 100.000 τουλάχιστον Πόντιοι που κατέφυγαν στην ΕΣΣΔ ή απευθείας σε δυτικές χώρες. Για να μη μιλήσουμε για τα χιλιάδες θύματα της ίδιας της ανταλλαγής (από αρρώστιες κ.λπ.), στα λοιμοκαθαρτήρια της Πόλης και της Μακρονήσου ή στους αρχικούς χώρους της προσφυγικής εγκατάστασης.

Με την επιχειρούμενη ποινικοποίηση, κριτικές επισημάνσεις όπως η παραπάνω θα υπάγονταν αυτόματα στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, με μάλλον προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Πόσο θα συνέβαλλε κάτι τέτοιο στην αντιμετώπιση του εγχώριου ναζισμού και των ποικιλόμορφων παραφυάδων του; Η απάντηση είναι μάλλον προφανής.  

Πηγή: http://www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου